«Με τα τζιτζίκια που αγάλλονται στη ζέστη
και προκαλούνε στύση στους πατέρες»
Εμπειρίκος · Ενδοχώρα

Χτες το πρωί με ξύπνησε ένας περίεργος ήχος, ένα επαναληπτικό «γκι, γκι, γκι». Bγήκα έξω ξυπόλητος, πλησίασα τη μουριά. Ήταν ένα νιάνιαρο τζιτζίκι που πάσχιζε να μάθει τη φύση του. Δε μου ‘χε ξανασυμβεί. Έκανα μια μικρή γύρα μήπως έπιανα κάποιο τζιτζίκι να του το πάω κοντά, πουθενά όμως τζιτζίκι. Πήρα την απόφαση λοιπόν: το πλησίασα κι άρχισα να του κάνω «τζι, τζι, τζι». «Γκι, γκι» αυτό, «τζι, τζι» εγώ, μέχρι που ο ήλιος αγρίευε, άρχισαν να καίγονται οι πατούσες μου και ξαναμπήκα μέσα.

Προσπάθησα να το βγάλω από το μυαλό μου, έφτιαξα καφέ, πήγα για κάτι δουλειές στην πόλη, αποχαιρέτησα στο τηλέφωνο ένα φίλο που γύρναγε στην εσωτερική του επαρχία. Η ζωή έξω παγίωσε τη σκληρότητά της. Το γέλιο στους ανθρώπους έχει χάσει το χιούμορ του. Εκβιάζεται από το πρόσωπο σαν μικρή υπεκφυγή απ’ την απογοήτευση. Γιατί η απογοήτευση έχει πάρει τα ηνία των συναισθημάτων, ελλοχεύει παντού, κι ούτε την ανακωχή του καλοκαιριού δε σέβεται πια. Ούτε για τους ταξιδιώτες ούτε για τους αταξίδευτους. Και γω τι να κάνω τώρα; Ένιωθα μια κοινωνική αναισθησία. Ο λογισμός μου έτρεχε στο παράξενο τζιτζίκι που μπήκε στη ζωή μου.

Γυρνώντας σπίτι είπα να ξαναπροσπαθήσω με περισσότερη σοβαρότητα. Έβαλα γκρι ρούχα, πλησίασα τη μουριά, γάντζωσα τα χέρια στον κορμό κι άρχισα να ψελλίζω «τζι, τζι, τζι» κοιτώντας το δέντρο. Το τζιτζίκι σα να γύρισε λίγο το κεφάλι του αλλά δεν είμαι και σίγουρος. Πάντως συνέχιζε σε ρυθμό «γκι, γκι, γκι». Πηγαινοερχόμουν μέχρι το βράδυ, καμιά βελτίωση, ώσπου πήγα να ξαπλώσω απογοητευμένος.

Όταν ξύπνησα το πρωί ένα εκκωφαντικό «τζι, τζι, τζι» ηχούσε στον ορίζοντα του πρωινού. Έτρεξα αμέσως στην μουριά και την έβλεπα να δονείται. Καθώς χειροκροτούσα ενθουσιασμένος ένιωσα ξαφνικά να μου λύνονται όλες οι απορίες ως προς την κοινωνική αναισθησία μου. Είναι που αισθάνθηκα την ύπαρξή μου τόσο ανεκπρόσωπη, τόσο αχρείαστη για την κοινωνία, μα τόσο αναγκαία για την πλάση.

εικαστικό: Οmoda Seiju (1891-1933)

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς

Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής.