«Η λογοτεχνική κριτική πρέπει να γεννιέται από ένα χρέος αγάπης» λέει ο Στάινερ στην εισαγωγή του δοκιμίου του «Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι: Δοκίμιο Παλαιάς Κριτικής», το οποίο αποτελεί κατά μία έννοια και απάντηση στη «Νέα Κριτική». Από τον αχαλίνωτο σχετικισμό όπου όλα αντιμετωπίζονται με συγκατάβαση μέχρι τις από καθέδρας αποφάνσεις, ανοίγει ίσως ο δρόμος για «μία κριτική που παραληρεί» όπως έλεγε ο Μπαρτ, όσες ενστάσεις κι αν θα είχε να καταθέσει κανείς για τους κινδύνους που ενέχει αυτό και αφορούν τα δυσδιάκριτα όρια ανάμεσα σε λογοτεχνία και κριτική.

Η μετριοπάθεια, ως γνωστόν, είναι υπερεκτιμημένη αρετή και οι μεσοβέζικες απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει ένα βιβλίο μπορεί να χαϊδεύουν αυτιά και να θρέφουν ναρκισσισμούς, ικανοποιώντας κοινό, εκδότες και συγγραφείς αλλά σίγουρα δεν αποκαλύπτουν, δεν υποδεικνύουν προοπτικές, δεν σπάνε στεγανά. Χαρίζουν μία χρυσή αναλογία, μια sectio aurea της μετριότητας, που αφορά όχι μόνο το ίδιο το έργο αλλά κατ’ επέκταση και την κριτική. Όποιος ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα, κερδίζει στην καλύτερη περίπτωση –προς τα κάτω– την αποσιώπηση και στη χειρότερη –προς τα πάνω– τον φθόνο. Ασφαλώς και η κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική λογοτεχνία σήμερα δεν είναι άσχετη με την ποιότητα της λογοτεχνικής κριτικής.

Παραφράζοντας τον Δημοσθένη Κούρτοβικ, θα λέγαμε πως όχι μόνο «τα καλά βιβλία» αλλά και οι «καλές» ή μάλλον οι καλόβολες, οι αβρές, οι γλυκανάλατες κριτικές που μιλούν για τα «καλά βιβλία», είναι σαν τα καλά παιδιά: «φρόνιμες, υπάκουες, επιμελείς, συμβατικές και, εννοείται, αφόρητα βαρετές».

Κριτικές που τολμούν να πάνε κόντρα στο ρεύμα και σε επικρατούσες απόψεις και δεν ορρωδούν προ ουδενός, συγκεντρώνοντας έτσι επάνω τους πανταχόθεν βέλη, σπανίζουν πια στα καθ’ ημάς. Κριτικές που έγραψαν ιστορία σαν αυτή του Μαρωνίτη για τον Ιωάννου στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ή του Ραυτόπουλου για το «Λάθος» του Σαμαράκη και τα έβαζαν με αγαπημένα παιδιά της κριτικής ή με τις ιερές αγελάδες της εποχής δεν βλέπουμε πια συχνά, όπως εκλείπουν και οι λογοτεχνικές έριδες σαν αυτές που συχνά υπέκρυπταν και ιδεολογικές διαφορές, εκτός από αισθητικά κριτήρια ή προσωπικές αντιζηλίες, όπως στους κόλπους της αριστερής διανόησης για τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα.

Εκτός όμως από την εξύψωση της μετριότητας και τα κανακέματα, αλίμονο, δύσκολα πια θα συναντήσει κανείς και διθυραμβικές κριτικές που πηγάζουν από γνήσιο ενθουσιασμό και συστήνουν με θέρμη κάτι νέο. Μέσα στα απόνερα του μοντερνισμού, αναρωτιόμαστε και τι είδους πρωτοπόρα ρεύματα μπορούν να υπάρξουν πια, σαν αυτό του σουρεαλισμού κάποτε, που ξεσήκωνε ιαχές αποδοκιμασίας και πλήθος λιβελογραφήματα. Τι τόσο ανοίκειο, τι τόσο καινοφανές θα μπορούσε να διαπεράσει σαν πολιορκητικός κριός τα τείχη του κατεστημένου. Ακόμα και οι ακραίοι πειραματισμοί, είτε στη μορφή είτε στο περιεχόμενο, αντιμετωπίζονται μάλλον σαν καμώματα κακομαθημένων παιδιών παρά σαν κάτι ρηξικέλευθο.

Ένας χυλός μετριοπάθειας έχει απλωθεί στα λογοτεχνικά πράγματα και κάθε απόπειρα να σπάσει αυτό είτε προς την κατεύθυνση του ένθερμου επαίνου, είτε προς την κατακεραύνωση, βρίσκει σθεναρή αντίσταση.

Η ατολμία είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό της βιβλιοκρισίας σήμερα, έτσι που συχνά νιώθεις ότι το κείμενο ασφυκτιά από την αυτολογοκρισία, λες και πιέζονται να βγουν οι λέξεις που δεν βγαίνουν και τελικά καμουφλάρονται πίσω από ευφημισμούς και ωραιοποιημένα σχήματα, καταλήγοντας σε μία νερόβραστη σούπα. Κάθε φορά που μία κριτική αποφασίζει να σπάσει αυτήν την ομερτά της μετριοπάθειας και να βροντοφωνάξει πως ο βασιλιάς είναι γυμνός, κάθε φορά που μία στιβαρή άποψη ξεπετάγεται ή ένα κάπως πιο προσωπικό ύφος αρχίζει να επιβάλλεται, φαντάζει όαση μέσα στην έρημο των μεσοβέζικων κριτικών.

Ίσες αποστάσεις, προσεκτικά ζυγισμένο λεξιλόγιο και ιδανικές αναλογίες ψόγου και επιδοκιμασίας είναι ο κανόνας. Μέτρια αναγνώσματα προωθούνται σαν μεγαλόπνευστα και εξάλλου γιατί να μην θεωρούνται ως τέτοια, ανάλογα με το μέτρο σύγκρισης που έχει κανείς. Οποιοσδήποτε παραλληλισμός με θηριώδεις μορφές της λογοτεχνίας, ξένες ή εγχώριες, θα λειτουργούσε σαν οδοστρωτήρας αλλά επιμελώς παραλείπεται.

Ένας χυλός μετριοπάθειας έχει απλωθεί στα λογοτεχνικά πράγματα και κάθε απόπειρα να σπάσει αυτό είτε προς την κατεύθυνση του ένθερμου επαίνου, είτε προς την κατακεραύνωση, βρίσκει σθεναρή αντίσταση. Υπακούοντας σε αυτήν την προκρούστεια λογική, η κριτική συνήθως στέκει αμήχανη απέναντι σε ό, τι δεν προσομοιάζει με γνωστά καθιερωμένα σχήματα, και στην καλύτερη περίπτωση, πιστώνεται στην ιδιαιτερότητα του ύφους του συγγραφέα του, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση ή εμβάθυνση.

«Είναι θλιβερό το θέαμα που παρουσιάζει σήμερα η ελληνική κριτική, ή μάλλον αυτό το πράμα που ονομάζουμε συνήθως στην Ελλάδα κριτική και που μοιάζει με την αληθινή κριτική όσο ο βαυαρικός στρατώνας της πλατείας Συντάγματος μοιάζει με τον Παρθενώνα. Οι άνθρωποι που διευθύνουν τη συζήτηση των ιδεών πασχίζουν να χωρέσουν το σύμπαν σ’ ένα σχήμα, να λύσουν οριστικά όλα τα προβλήματα με μια απλοϊκή φόρμουλα, για να σταματήσουν την έρευνα τους και να πάψουν να βασανίζουν τη σκέψη τους», έγραφε ο Γιώργος Θεοτοκάς στο «Ελεύθερο Πνεύμα» του το 1929, –κάτι πολύ περισσότερο από το πνευματικό μανιφέστο της γενιάς του ’30, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται– καταφέρνοντας ένα γερό χτύπημα στην αρτηριοσκληρωτισμό της διανόησης της εποχής. Και αν οι ιδέες και οι φόρμουλες που τις χωρούν έχουν διαφοροποιηθεί πολύ από τότε, και αν η κληρονομιά αυτής της γενιάς είναι πολύ βαριά μεν, αμφιλεγόμενη δε, παρατηρώντας το θέαμα που παρουσιάζει η σύγχρονή μας κριτική, δεν μπορούμε να μην παραδεχτούμε πως η αναγνώριση και η κατάδειξη των ψευδεπίγραφων γνωρισμάτων της, η απόρριψη των παραδεδεγμένων και αβασάνιστων σχημάτων, οι ανοιχτοί ορίζοντες και η αποκήρυξη της ασφαλούς οδού στη σκέψη παραμένουν διαχρονικά ζητούμενα. Τουλάχιστον, για όποιον καταπιάνεται με αυτήν γιατί αφορμάται από «ένα χρέος αγάπης», όπως έλεγε ο Στάινερ.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ειρήνη Γιαννάκη
Η Ειρήνη Γιαννάκη γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1979. Σπούδασε Βιβλιοθηκονομία. Κείμενά της και βιβλιοκριτικές έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «Η αλφαβήτα των πραγμάτων» κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Μελάνι.