Το επιτρεπτό όριο να κοιτάς τους περαστικούς στα μάτια είναι ένα δευτερόλεπτο. Ύστερα πρέπει να χαμηλώσεις το κεφάλι. Να κάνεις τάχα πως κοιτάς το ρολόι σου. Ακόμα κι αν το ρολόι σου έχει γίνει ένα στρογγυλό κάδρο που μέσα του δείχνει την εικόνα του περαστικού.

Καθότανε στη διπλανή θέση. Αμίλητη με κάτι μεγάλα φρύδια και έντονες βλεφαρίδες που την πρόδιδαν κάθε φορά που γύρναγε το βλέμμα της προς το μέρος μου. Από τις γυναίκες που δεν τις φαντάζεσαι εύκολα με νυφικό. Ξέρεις. Από αυτές που δεν τις ερωτεύεσαι με την πρώτη ματιά αλλά είναι αδύνατον να μην τις ερωτευτείς με τη δεύτερη. Τώρα βρισκόμασταν στη δεύτερη.

Ανάμεσά μας ένας μπλε σάκος. Η δεξιά παλάμη μου ακουμπούσε διακριτικά πάνω του με τρόπο που αφενός δήλωνε πως ήτανε δικός μου και αφετέρου δεν έκρυβε την ταυτότητα μου: Στρατιώτης πεζικού Μίροσλαβ Σωτηρίου, Τάγμα 504, στρατόπεδο Σκιαδοπούλου, Φλώρινα. Ο μαρκαδόρος άντεχε ακόμη, αν και από χτες είχα στα χέρια μου το χαρτί της απόλυσης. Σήμερα γυρνούσα οριστικά στην Αθήνα. Το τραίνο λόγω της έντονης χιονόπτωσης θα είχε τουλάχιστον δυόμιση ώρες καθυστέρηση. Καθότανε στη διπλανή θέση.

Έριξα μια κλεφτή ματιά ακόμα. Σταυροπόδι. Γάμπες από μάρμαρο. Η σόλα είχε πατηθεί αρκετά. Ήθελα να μάθω όλα τα μέρη που είχε περπατήσει. Όμως πρώτα έπρεπε να βρω έναν τρόπο να της μιλήσω. Ήθελα να της πω την πιο όμορφη λέξη του κόσμου. Να την ακούσει και να κοιταχτούμε κατάματα. Όποια λέξη όμως κι αν έβρισκα, την επαναλάμβανα μερικές φορές από μέσα μου και έχανε γρήγορα το νόημά της. Σύμφωνα και φωνήεντα τυχαία κολλημένα μεταξύ τους που έβγαζαν ένα γελοίο ήχο. Λέξεις ασυνάρτητες που ψελλίζουν τα πειραματόζωα στα ιατρικά εργαστήρια.

Ξαφνικά σηκώθηκε να καπνίσει. Πλησίασε το θολωμένο τζάμι του σταθμού, το άνοιξε με τη δεύτερη προσπάθεια. Αν δεν ήταν τόσο αυθεντική θα μπορούσε να είχε προσπαθήσει κι άλλο, ώσπου να προσφερθώ εγώ να της το ανοίξω. Ο κρύος αέρας μπήκε μέσα σαν σαΐτα. Νοέμβρης του 1990. Είχε ξημερώσει αν και η απόχρωση της νύχτας δεν απείχε και πολύ από την απόχρωση εκείνου του μουντού πρωινού. Ας πούμε, όσο είναι η απόσταση που χωρίζει το τρίτο νεκροταφείο Αθηνών από τα λουλουδάδικα έξω. Έκανε μερικές βιαστικές τζούρες και με τρία κάθετα χτυπήματα στην εξωτερική πλευρά του παραθύρου, που σπάνε το τσιγάρο στη μέση, το έσβησε. Επέστρεψε στη θέση της. Χαμήλωσα το βλέμμα μου και κοίταξα το ρολόι. Εκεί τώρα έκανε ολόκληρο το τσιγάρο.

Τότε άνοιξε η πόρτα του σταθμού κι ένα κεφάλι πλαγιαστό ξεπρόβαλε. «Ψάχνω κομπάρσους για μια ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου» είπε αδιάφορα, χωρίς να είναι σίγουρος αν πρέπει να αναφέρει κάτι τέτοιο σε δύο ανθρώπους που περιμένουν το τραίνο. «Τα γυρίσματα είναι εδώ πιο κάτω στο ποτάμι. Δεν θα πάρει πολύ. Μια σκηνή είναι. Η ταινία λέγεται το μετέωρο βήμα του πελαργού. Έχετε χρόνο;»

Εκείνη σηκώθηκε χωρίς να το σκεφτεί πολύ. Λες και τον περίμενε. Περπάτησε μέχρι την πόρτα. Πριν βγει γύρισε την πλάτη της και με κοίταξε. Πετάχτηκα. Περπατάγαμε παράλληλα. Μπήκαμε σε ένα πουλμανάκι κι αφού μας δώσανε τα ρούχα για το ρόλο, μας χώρισαν στις δυο πλευρές του ποταμιού. Στη δεξιά όχθη βρισκόταν το σόι του γαμπρού. Στην αριστερή όχθη το σόι της νύφης. Θα γινόταν γάμος εξ αποστάσεως.

Πάνω σε μια σχεδία μέσα στο ποτάμι σύνορο για τις ανάγκες της ταινίας, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, πλάτη με πλάτη με τον εαυτό του, μια δικέφαλη ευφυΐα, έδινε ταυτόχρονα και στις δυο πλευρές τις τελευταίες του οδηγίες: «τα σύνορα δεν είναι μόνο η γεωγραφία, είναι και οι άνθρωποι. Αυτό θέλω από σας, να συμπεριφέρεστε για λίγο σαν μισοί άνθρωποι».

Για μένα δεν ήταν δύσκολο αυτό. Καθώς κρατούσε το γύρισμα του γάμου, μπορούσα να διακρίνω στην άλλη όχθη ακόμη και τις βλεφαρίδες της. Τα μάτια της είχαν γίνει το μισό μου σύμπαν. Κι όταν χρειάστηκε βάσει του σεναρίου να κρυφτούμε για λίγο πίσω από ένα λόφο επειδή περνούσαν τα τζιπ των συνοριοφυλάκων, και να επιστρέψουμε σε λίγα λεπτά σαν κινούμενο πλήθος, εγώ δεν υποδυόμουν κανένα συγγενή γαμπρού. Ήμουν ο πόθος τού εαυτού μου που ζητούσε να τη δει ξανά.

Ο συνωμοτικός γάμος έγινε. Με τσιλιαδόρους. Κι αφού ο σκηνοθέτης μας ευχαρίστησε, αποχωρήσαμε. Γυρίσαμε εγκαίρως στο σταθμό του τραίνου και καθίσαμε στις ίδιες ακριβώς θέσεις. Αμίλητοι. Εγώ, αυτή, και στη μέση ο σάκος. Ο στρατιωτικός. Ήταν το δικό μας σύνορο που έπρεπε με κάποιον τρόπο να ξεπεραστεί. Μα τρόπος δεν υπήρχε. Δεν ήξερα τα λόγια μου. Ένας κομπάρσος ήμουν. Κι εκείνη δε μιλούσε. Ήταν λες και ζούσαμε μια ασχεδίαστη συνωμοσία. Κοίταξα έξω. Τετράγωνα παράθυρα, μάτια στρογγυλά, το μεγάλο ασυμβίβαστο της ιστορίας. Γιατί δε μου μιλάς; Ξέρω πως θες να μου μιλήσεις. Είμαστε αυτό που δε φαίνεται; Λέμε αυτό που θέλουμε να κρύψουμε; Μίλα μου. Βάζουμε τα πουλιά στα κλουβιά από τη ζήλια μας; Τι ξέρει ο πελαργός και στέκεται στο ‘να του πόδι; Με λένε Μίροσλαβ. Εσένα; Πες μου. Άρχιζαν να βουίζουν τα αυτιά μου. Έκλεισα για λίγο τα μάτια κι επικεντρώθηκα στις αισθήσεις μου. Τις εξέταζα, ακούγοντας ξαφνικά το φερμουάρ του σάκου δίπλα μου να ανοίγει. Δεν ξέρω τι έκανε στην τσάντα μου αλλά την εμπιστεύτηκα. Ακόμη και να με έκλεβε εγώ θα το ονόμαζα οικειότητα. Όλες οι αισθήσεις μας είναι πολύτιμες, σκέφτηκα, ακούγοντας το δοντάκια  να κροταλίζουν. Όμως η όραση είναι πιο σημαντική από τις υπόλοιπες. Άκουσα πάλι το φερμουάρ, αυτή τη φορά να κλείνει. Γιατί η όραση, είναι η μόνη αίσθηση που μας δίνει τη δυνατότητα να την αρνούμαστε όποτε κι αν το επιθυμούμε. Άνοιξα πάλι τα μάτια μου όλος συνείδηση.

Είχε φτάσει το τραίνο. Έπιασα το σάκο μου και κατευθύνθηκα στο βαγόνι μου. Κάθισα ανέκφραστος στη θέση μου. Από το σάκο ακουγότανε ένα επαναλαμβανόμενο τικ τακ, το οποίο σκεπαζότανε από τις μηχανές της αμαξοστοιχίας καθώς αναχωρούσε και σκορπούσε στον αέρα έναν σιδερένιο ήχο που ένωνε ξεχασμένα σύμφωνα μέσα από τα βάθη της ιστορίας. Σε λίγα λεπτά θα αφήναμε πίσω το σταθμό. Το στρατόπεδο. Τη Φλώρινα. Το ποτάμι. Και τότε διέκρινα στο βάθος μια γυναικεία φιγούρα. Στεκόταν στο ένα της πόδι και με χαιρετούσε. Κόλλησα το πρόσωπό μου στο τζαμωτό. Αυτή ήταν, το ορκίζομαι. Οι βλεφαρίδες της ήταν ολόιδιες. Έβγαλα το κεφάλι μου απέξω και της φώναξα «περάσαμε τα σύνορα και είμαστε ακόμα εδώ». Το τραίνο επιτάχυνε κι εκείνη ξεμάκραινε, στρογγύλευε, ώσπου στο τέλος έγινε μια κουκκίδα στο τοπίο, μια πινέζα πάνω σε ένα παλιό χάρτη των Βαλκανίων που του λείπουνε τα σύνορα. Κι έπειτα χάθηκε εντελώς, έτσι όπως ακριβώς χάνεται το σήμα του ραδιοφώνου όταν μπαίνεις με το αμάξι στο τούνελ της Δραπετσώνας.
.΄΄δδδδδ

Το αφήγημα του Σαμσών Ρακά πρωτοδημοσιεύτηκε
στο παλιό του μπλογκ «Πορτατίφ» πριν από 5 χρόνια ακριβώς

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981 και ζει στην περιπλανώμενη Αθήνα. Ο «Ούτις» (εκδ. Υποκείμενο) είναι ο προσωπικός του Θεός.