Λίγα πράγματα έχουν γίνει γνωστά για τη σκοτεινή πλευρά της αθηναϊκής νύχτας του 19ου αιώνα. Κι αυτά τα ελάχιστα που ξέρουμε, παρουσιάζουν το γενικότερο κλίμα της εποχής ειδωμένο από μια κοινωνική σκοπιά και όχι εστιασμένο στους πρωταγωνιστές της ιστορίας. Με μεγάλη χαρά λοιπόν, το ιστοριουργείο του 1-2, παρουσιάζει στους αναγνώστες του την μυθιστορηματική ζωή της Ίρμα, της πιο χειροκροτημένης αρτίστας της παλιάς Αθήνας, της βασίλισσας των καμπαρέ του 19ου αιώνα, που μονομαχούσαν κυριολεκτικά για να την έχουν οι άντρες της καλής αθηναϊκής κοινωνίας. Μα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή κι ας αφήσουμε την ίδια να μας τα ιστορήσει.

«μεταξύ μιας πρεζούλας και ενός καφέ  ξεκινά την αφήγησή της»

 

Τα παιδικά της χρόνια κι ο βιασμός

Τον πατέρα μου και την μάνα μου, δεν τους γνώρισα ποτέ. Είμαι παιδί του έρωτα και με έριξαν στο βρεφοκομείο της Βουδαπέστης χωρίς να ενδιαφερθούν για την τύχη μου. Σε ηλικία 2 ετών με πήραν από εκεί οι θετοί μου γονείς, το ζεύγος Σαμπάτο, δίνοντάς μου το όνομα και την αγάπη τους. Από μικρή ήμουν έξυπνη και είχα κλίση προς το θέατρο. Από 5 χρονών ανέβαινα στα τραπέζια, έπαιρνα πόζες στον καθρέφτη και έβαφα τα μάγουλά μου με κόκκινα βρεγμένα χαρτιά. Στην μητέρα μου δεν πολυάρεσαν αυτά, όταν με έβλεπε να τα κάνω με έδερνε αλλά ο πατέρας μου ήταν αγαθός άνθρωπος κι ίσως αν ήταν αυστηρότερος μπορεί να μην έπαιρνα αυτό το δρόμο. Στα 10 μου έπαιζα πιάνο και γνώριζα όλα τα τραγούδια των οπερέτων. Το όνειρό μου ήταν η σκηνή, όποτε με πήγαιναν θέατρο ήμουν γεμάτη χαρά, πετούσα!

Στα 13 είχα ένα ατύχημα και έσπασα το πόδι μου. Οι γονείς μου με έβαλαν στο Δημοτικό νοσοκομείο της Βουδαπέστης. Εκεί,  αν και ακόμα παιδί, τα έφτιαξα με έναν Ρουμάνο γιατρό. Ήταν ο πρώτος μου έρωτας, ήταν πάρα πολύ όμορφος και τον αγαπούσα. Αυτός όμως εκμεταλλεύτηκε την αγάπη μου. Όταν βγήκα απ’ το νοσοκομείο είπε στους γονείς μου ότι θα χρειαζόμουν αλλαγή στους επιδέσμους, κι επειδή δεν είχαν χρόνο στο νοσοκομείο για τέτοια, θα πρέπει να πηγαίνω στο σπίτι του. Οι γονείς μου χωρίς να υποπτευθούν τίποτα με έστελναν κάθε μέρα. Ένα βράδυ γύρισα στο σπίτι γυναίκα πια και με ένα δουκάτο στην τσέπη, ή μάλλον στην κάλτσα. Μου είπε να μην πω τίποτε σε κανέναν. Εκείνο το βράδυ σκεφτόμουν ότι η μοναδική λύση θα ήταν να φύγω από το σπίτι. Το επόμενο βράδυ είπα τις σκέψεις μου στον γιατρό. Αυτός  είπε ότι σκέφτηκα σωστά. Την επόμενη μέρα είχα πάρει την απόφαση μου. Θα έφευγα για την Βιέννη. «Τι θα κάνω χωρίς χρήματα; Πού θα πάω; «Αυτά καθόλου δεν τα σκέφτηκα. Ήθελα μόνο να φύγω. Μπήκα στο βαπόρι, κάθισα σε μια γωνιά και σε κάθε λιμάνι κρυβόμουνα.
.

Η Βιέννη

Μετά από 3 μέρες ήμουν στη Βιέννη, ξένη, άγνωστη και με μια δραχμή στην τσέπη. Πήγα στο Πράτερ Πάρκ, κάτι σαν το δικό μας Ζάππειο αλλά δεκαπλάσιο σε έκταση. Χάζευα μπροστά στο πάρκο που ήταν γεμάτο με διάφορα καφέ-καμπαρέ. Κάθισα μέχρι τα μεσάνυχτα έχοντας  φάει μόνο ένα φρατζολάκι και τρομαγμένη σκεφτόμουν πού να πάω. Είχα παγώσει απ’ τον τρόμο. Ενώ σκεφτόμουν, με πλησίασε ένα κύριος, διευθυντής ενός κέντρου, και με ρώτησε
– Έι, εσύ μικρούλα, γιατί είσαι εδώ μόνη σου; Πήγαινε σπίτι σου.
Με πιάσανε τα κλάματα.
Δεν έχω σπίτι, του είπα, ούτε πού να κοιμηθώ απόψε. Δεν με παίρνετε στη δουλειά σας; Έχω καλή φωνή και με λίγα μαθήματα θα χορεύω πολύ καλά. Του εξήγησα ότι έφυγα από το σπίτι μου για να βρω δουλειά στο θέατρο αλλά δεν του είπα για  τον γιατρό. Εκείνος με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε στο σπίτι και στην γυναίκα του.
«Ένα παραστρατημένο πουλί», έτσι με σύστησε και της επανέλαβε την ιστορία μου. Με έντυσαν και με τάισαν ρωτώντας με την διεύθυνση του σπιτιού μου αλλά εγώ έβαλα πάλι τα κλάματα και φούσκωσα όλη την ιστορία. Είπα ότι η μητέρα μου ήταν πολύ κακή, πως με έδερνε, με βασάνιζε φρικτά, γιατί νόμιζε ότι ήμουν παιδί του άντρα της με κάποια ερωμένη. Τους έπεισα. Οι καλοί αυτοί άνθρωποι εκτός από σπίτι, μου έδωσαν και την ευκαιρία για μια θέση στο κέντρο.

Στις 11 το μεσημέρι της επόμενης μέρας πήγαμε στην πρόβα. Ο μαέστρος με ρώτησε τι τραγούδι ξέρω.
– Όλα! του απάντησα με πεποίθηση. Ποιο θέλετε;
Εκείνος μ’ έβαλε να τραγουδήσω ένα κομμάτι οπερέτας με συνοδεία πιάνου. Δοκίμασαν να με βάλουν να χορέψω και έμειναν ενθουσιασμένοι απ’ το χορό μου και την φωνή μου. Οι υπόλοιπες αρτίστες με στραβοκοίταζαν γιατί με έβλεπαν σαν κίνδυνο που τις απειλούσε. «Ωραία» μου είπε ο διευθυντής «ξεκινάς από σήμερα με τρία νούμερα και θα έχεις τρεις κορώνες τη μέρα μεροκάματο». Φώναξαν αμέσως την μοδίστρα να μου πάρει μέτρα για φόρεμα. Τρελάθηκα από τη χαρά μου! Είναι μια στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Το βράδυ, όταν βγήκα στο πάλκο, βγήκα με μπρίο. Το θάρρος της ηλικίας μου, ο ενθουσιασμός μου και η αγάπη μου για την σκηνή με έκαναν να αγνοήσω το τρακ μου. Οι Βιεννέζοι έμειναν έκπληκτοι. Εκείνο το βράδυ επανέλαβα τα τραγούδια μου 3 φορές. Χειροκροτήματα, λουλούδια, επιφωνήματα θαυμασμού, με είχαν ζαλίσει. Ο διευθυντής μου τρελός από χαρά με άρπαξε και με φίλησε.

– Ίρμα μια μέρα θα γίνεις μεγάλη αρτίστα!

Την επόμενη μέρα είχε μαθευτεί το νούμερό μου, η σκηνή γέμισε λουλούδια και είχα δέκα προτάσεις για δείπνο αλλά δεν πήγα σε καμία γιατί έτσι μου είχε πει ο διευθυντής μου. «Ίρμα, πολλοί θα σε φωνάξουν να πας να φας μαζί τους. Δεν θα πας με κανέναν. Είσαι μικρούλα, δεν ξέρεις τι κινδύνους διατρέχεις.» Πού να ήξερε ότι τους είχα διέλθει προ πολλού.

Στο σπίτι του διευθυντή που έμενα, είχα παρατηρήσει ότι με είχαν συνέχεια από κοντά και δεν με άφηναν μόνη. Αρχικά δεν κατάλαβα γιατί αλλά μετά από 4-5 μέρες ένας μεσόκοπος κύριος με πλησίασε. Προσπάθησα να τον αποφύγω αλλά επέμενε και από περιέργεια του μίλησα. Τελικά ήταν ο διευθυντής μιας παρόμοιας επιχείρησης μέσα στο Πράτερ Πάρκ. Μου έκανε πρόταση να πάω στο δικό του κατάστημα με 7 κορώνες την ημέρα. Του απάντησα πως θα το σκεφτώ.  Με βασάνιζε όλη τη μέρα η σκέψη. Θα ήθελα να είχα ένα δικό μου σπίτι, να κέρδιζα παραπάνω και να ήμουν ελεύθερη. Αλλά ο διευθυντής μού είχε φερθεί πολύ καλά. Αποφάσισα να του ζητήσω αύξηση και να μένω μόνη μου. Εκείνος αρχικά διαμαρτυρήθηκε αλλά δέχτηκε τελικά. Την ίδια μέρα είχα ήδη το δωμάτιό μου. Ένιωθα ελεύθερη επιτέλους αλλά πάντα φοβόμουν μήπως  εμφανιστεί καμιά μέρα η μητέρα μου εμπρός μου. Πάγωνα στην σκέψη αυτή. Αποφάσισα να της γράψω ένα γράμμα και να της πω ότι ήμουν στη Βιέννη αλλά θα έφευγα με έναν θίασο στη Ρουμανία , για να μην με ψάξουν στη Βιέννη.

Ένα βράδυ δέχτηκα μια πρόταση για δείπνο από έναν κύριο πολύ σικ, γύρω στα 35. Σκέφτηκα ότι θα αποφύγω και τα έξοδα του φαγητού. Πήγαμε σε ένα μεγάλο ρεστοράν της Βιέννης. Φώτα, μουσική, κόσμος, με θάμπωσαν και με ζάλισαν. Έφαγα και ήπια πολύ, τα φώτα άρχισαν να γυρίζουν και ζήτησα να με γυρίσουν σπίτι. Ο 35άρης είπε να περάσουμε πρώτα από το σπίτι του για να πάρει ένα ελαφρύ παλτό. Με κάλεσε να ανέβω, διαμαρτυρήθηκα  αλλά πήγα. Ήμουν τόσο ζαλισμένη που ξάπλωσα σε μια σεζλόνγκ. Το πρωί βρέθηκα στο δωμάτιο του κυρίου, πλάι του, στο ίδιο κρεβάτι. Ήταν  ο δεύτερος άντρας με τον οποίο πλάγιασα και ομολογώ ότι στεναχωρήθηκα λιγάκι όταν τον είδα πλάι μου. Ωστόσο δεν άργησα να το συνηθίσω και σε λίγο βρήκα πολύ φυσικό να τον χαϊδεύω και να δέχομαι τα φιλιά και τα χάδια του.
.

Αναζητώντας τον πρώτο της έρωτα

Στη Βιέννη έμεινα 3 μήνες κάνοντας πολλές γνωριμίες, με μια έμφυτη τάση να είμαι «κόφτρα» και έχοντας εμπλουτίσει την γκαρνταρόμπα μου με δεκαπέντε φορέματα, καπέλα και πολλά παπούτσια. Απέκτησα πολλά και πλούσια εσώρουχα και είχα αρκετά παραδάκια στην άκρη αλλά αυτός ο πρώτος μου έρωτας, ο Ρουμάνος, δεν μου έφευγε απ’ το μυαλό. Ήταν ένας ωραίος φτωχός διάβολος, πολύ ωραίος, τον θυμάμαι ακόμα και σήμερα. Όσο ήμουν στη Βιέννη προσπάθησα να μάθω πού ήταν. Έγραψα σ’ εκείνον χωρίς να έχω ανταπόκριση, έγραψα και στο νοσοκομείο αλλά μου απάντησαν αόριστα πως γύρισε στην πατρίδα του, το Γκαλάτσι της Ρουμανίας. Λίγες μέρες μετά μου έγινε μια πρόταση από έναν μουσικό θίασο που θα έκανε τουρνέ στη Ρουμανία. Πέταξα από την χαρά μου. Υπέγραψα χωρίς πολλά πολλά. Ο θίασος μάς γύρισε σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις της Ρουμανίας αλλά τον γιατρό δεν τον συνάντησα πουθενά, στο Γκαλάτσι έφαγα τον κόσμο, μα του κάκου! Μόνο τον πατέρα του γνώρισα εξ όψεως. Κέρδισα πολλά χρήματα και ξαναγυρίσαμε στη Βιέννη ώσπου ο καιρός πέρασε, ήμουν 15 μέρες χωρίς δουλειά. Άρχισα ν’ ανησυχώ πως θα μείνω για πολύ καιρό χωρίς δουλειά αλλά ένας θεατροπράκτορας μου έκανε πρόταση συμμετοχής σ’ έναν όμιλο σαντέζ για την Ελλάδα. Δέχτηκα αμέσως.  Οι όροι δεν ήταν κακοί, μας πλήρωναν 4 λίρες χρυσές με ποσοστά επί της κονσομασιόν που θα κάναμε και δικαίωμα να γυρνάμε στο μαγαζί έναν δίσκο κάθε βράδυ.


Η Ελλάδα

Ήταν 1892 όταν χαιρέτησα οριστικά την Βιέννη και έφτασα στην Πάτρα. Ήταν η πρώτη πόλη της Ελλάδας που γνώρισα. Εκεί εργάστηκα 6 μήνες. Αλησμόνητη ζωή. Κάθε βράδυ γλέντι, χρήματα όσα ήθελα, άπειροι θαυμαστές και δώρα. Για εμάς τις ξένες ήταν η γη της επαγγελίας, πακτωλός! Τα ήθη και τα έθιμα της εποχής εκείνης ήταν αυστηρά και η γυναίκα του γλεντιού και του έρωτα σπάνιζε. Οι πλούσιοι σταφιδέμποροι της Πάτρας έδιναν ό,τι τους ζητούσα με αντάλλαγμα μια ερωτική βραδιά, ένα φίλημα, ένα γλέντι.

Στους 6 μήνες πάνω μού έγινε πρόταση για την Αθήνα. Έσπασα το συμβόλαιο που είχα ακόμα για 6 μήνες και να με  ένα ωραίο πρωί στην Αθήνα. Θρίαμβος! Από το βράδυ που έκανα την εμφάνισή μου έγιναν μάχες για την απόκτησή μου. Μάχες με σαμπάνιες. Οι κρότοι των εκπωματίσεων έδιναν την εντύπωση αληθινής μάχης.  Τόσες προσκλήσεις που δεν ήξερα σε ποιον να πρωτοπάω. Με τραβούσε εξαιρετικά μια παρέα 3-4 αξιωματικών με τις φανταχτερές στολές τους και τα σπαθιά τους που χτυποκοπούσαν κάτω. Αυτή η παρέα ήταν η ψυχή του κέντρου. Πήγα και κάθισα μαζί τους έτσι όπως ήμουν, με το κοστούμι της μπαλαρίνας και το μαντώ μου ριγμένο στις πλάτες. Χάλασε ο κόσμος! Οι σαμπάνιες άνοιγαν η μία μετά την άλλη και μέχρι το πρωί. Μεθυσμένη πια κατέβηκα μέχρι το Φάληρο με όλη την παρέα, με μια άμαξα που ανήκε στον αξιωματικό του ιππικού Π.Μ. (από σεβασμό στη μνήμη του δεν θέλω να πω το όνομά του). Στο Φάληρο χόρεψα πάνω σε ένα τραπέζι ενός κέντρου, του οποίου τον ιδιοκτήτη ξύπνησαν με πιστολιές! Το γλέντι κράτησε μέχρι τις 7 το πρωί. Εκείνη την ώρα θυμήθηκαν ότι έπρεπε να πάνε στους στρατώνες τους. Με έβαλαν μέσα στην άμαξα και έδωσαν την διεύθυνσή του ξενοδοχείου που έμενα. Όταν φτάσαμε στην Ομόνοια, κατέβηκα μισόγυμνη και ανέβηκα στο ξενοδοχείο μου. Κολοσσιαίο σκάνδαλο για την εποχή εκείνη, για το οποίο ο ξενοδόχος μου έκανε παρατήρηση να μην το επαναλάβω.
.

Μονομαχίες για την καρδιά της Ίρμα

Τα γλέντια αυτά επαναλαμβάνονταν σχεδόν κάθε βράδυ. Την εποχή εκείνη άκμαζε ως εστιατόριο ένα μαγαζί δίπλα στο Ταχυδρομείο. Στο κέντρο αυτό σύχναζε ο καλύτερος κόσμος των Αθηνών και ήταν το μοναδικό μπαρ-ρεστοράν που διανυκτέρευε. Ένα βράδυ με την γνωστή παρέα των αξιωματικών φύγαμε από το καμπαρέ για να πάμε εκεί να «σουπάρουμε». Αλλά τι να σουπάρουμε; Ήταν 4 το πρωί και το στομάχι μας κουρασμένο από μπύρες και σαμπάνιες. Επέμεναν να πάμε όμως για να πάρουμε έναν ζωμό. Πριν φύγουμε σκέφτηκα να τους κάνω μια έκπληξη. Μπήκα στο καμαρίνι μου και αντί να ντυθώ έβγαλα ο, τι φορούσα και έμεινα μόνο με τα γοβάκια μου. Χτενίστηκα ωραία, φόρεσα το μαντώ μου και βγήκα. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι κάτω από το παλτό ήμουν «εν αδαμιαία» περιβολή.

Στο εστιατόριο ήταν λίγος ο κόσμος των ξενυχτάκηδων της εποχής που έτρωγαν πατσά και οι αριστοκράτες «ζωμό». Όπως οι κουτσαβάκηδες άπλωναν κάποτε το ζωνάρι τους για καυγά, έτσι την εποχή εκείνη οι αξιωματικοί άπλωναν το σπαθί τους καθώς ο κρότος που έκανε στο πάτωμα επέβαλε τον σεβασμό. Καθίσαμε να φάμε και ήπιαμε ρετσίνα, μια ρετσίνα που πιπέριζε στο στόμα και μετά από μερικά ποτήρια ζαλίστηκα.
– Ουφ, ζεστάθηκα, τους είπα
– Βγάλε το παλτό σου, μου είπε ο Γιώργος που φαινόταν να ενδιαφέρεται για μένα.
– Κάνει;
– Γιατί να μην κάνει;
– Δε πιστεύω να μετανιώσεις; και τελειώνοντας την φράση μου είχα βγάλει το παλτό μου σηκωμένη όρθια.
– Αααααα ! έκαναν όλοι.

Όλοι γύρισαν  οι άντρες γύρισαν να με κοιτάξουν.

– Βάλε γρήγορα το παλτό σου, διέταξε ο Γιώργος.
– Όχι, όχι! διαμαρτυρήθηκαν οι υπόλοιποι. Ο Π. Μ. μάλιστα σηκώθηκε επάνω και διέταξε να κλείσουν το μαγαζί κι είπαν αν ήθελε να φύγει κάποιος.  Ποιος να φύγει; Όλοι είχαν μείνει καρφωμένοι στις θέσεις τους.

– Ιρμάκι, τώρα θα χορέψεις;
– Που; Σ’ αυτό το βρώμικο πάτωμα; Αδύνατον.
– Ποιο πάτωμα; Τώρα θα σου κάνουμε πάλκο αμέσως.
Όντως αμέσως με τραπέζια μου έκαναν ένα πάλκο ενώ ο Γιώργος κατσούφιαζε τα μούτρα του. Μετά το τέλος του χορού ο Π.Μ. πήρε ένα πιάτο και έριξε μέσα πρώτος ένα πεντακοσάρικο. Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι. Εκείνο το βράδυ μάζεψα 6 χιλιάδες δραχμές. Από το βράδυ εκείνο άρχισε η παρέα να τρώγεται μεταξύ τους για την κατάκτησή μου. Ο Π.Μ. με ήθελε με το «έτσι θέλω», ο Γιώργος γιατί με αγαπούσε πραγματικά και οι άλλοι από πόθο.

Ο ανθυπίλαρχος Γιώργος Β., ύπανδρος σήμερα και με κορίτσια παντρεμένα τώρα πια, συγκράτησε τα νεύρα του εκείνο το βράδυ, παρόλο που έβραζε μέσα του. «Θα μου το πληρώσει ο Π.» έλεγε.
-Ήταν σωστό να σε βάλει να χορέψεις πάνω στα τραπέζια και να βγάλει δίσκο μετά; Εγώ σεβάστηκα την στολή του. Αλλιώς…
Προσπάθησα να τον πείσω ότι δεν είχε δίκιο και παραφερόταν. Μου είχε φύγει η διάθεση και είχα ξεμεθύσει, έτσι ζήτησα να γυρίσουμε πίσω. Δυστυχώς ο Π.Μ. επέμενε και χτυπούσε το σπαθί του κάτω επιτακτικά στο πάτωμα λέγοντάς μου ότι δεν έχω να πάω πουθενά. Και η θύελλα εξερράγη. Ο Γιώργος σηκώθηκε και με ύφος προκλητικό τού  είπε «εγώ το σπαθί μου δεν έμαθα να το χτυπώ κάτω, άμα χρειαστεί το χτυπώ σε πλευρά» και έσυρε επιδεικτικά το ξίφος του. Οι άλλοι δύο προσπάθησαν να τους σταματήσουν. Ο Π.Μ. πέταξε το γάντι του στο πρόσωπο του Γιώργου και έφυγε με τους υπόλοιπους. Ο Γιώργος με πήγε από το καμπαρέ να ντυθώ και μετά στο ξενοδοχείο. Του είπα ότι δεν έπρεπε να το είχε κάνει αυτό το επεισόδιο.

– Άκουσε να σου πω, φώναξε, ένα κι ένα κάνουν δύο! Ή θα είσαι δική μου, αποκλειστικά δική μου ή θα φύγεις από την Αθήνα.
– Λοιπόν δεν θα φύγω, του είπα με πείσμα, θα μείνω εδώ. Ο Π. είναι καλό παιδί κι εσύ αδικαιολόγητα ζηλιάρης.
Έχασε το χρώμα του, ήρθε κοντά μου απειλητικά, αλλά ως νέος με καλή ανατροφή, αντί να μου αστράψει κανένα σκαμπίλι απλά έφυγε από το δωμάτιό μου χτυπώντας την πόρτα δυνατά. Ευτυχώς μονομαχία δεν έγινε, αφού οι δύο φίλοι τα βρήκαν λίγη ώρα μετά αφού βοήθησα κι εγώ την κατάσταση. Με τον Γιώργο ήμασταν μαζί για άλλους έξι μήνες. Αργότερα γνώρισα τους καλύτερους νέους της εποχής εκείνης και μαζί τους την χλιδή, τη σπατάλη και την πλούσια ζωή. Είχα τις ωραιότερες τουαλέτες, κοσμήματα, διαμάντια, μπριγιάν, καλό σπίτι, υπηρεσία, ταξίδια.


40 χρόνια μετά

Πέρασα μια ζωή ονειρώδη, ζωή σπατάλης και οργίων, κέρδισα πολλά χρήματα και απέκτησα και μια ιδιόκτητη κατοικία στην οδό Πειραιώς 28. Μέσα απ’ αυτήν είχε περάσει όλη η αριστοκρατία των Αθηνών.

Δυστυχώς σήμερα δεν έχω απολύτως τίποτε. Μαζί με τα νιάτα μου και την ομορφιά μου, μ’ εγκατέλειψαν δυστυχώς ένας ένας οι θαυμαστές μου αλλά όχι οι κακές συνήθειες της σπατάλης και της αμυαλοσύνης. Το σπίτι το πούλησα, ξόδεψα τα χρήματα που πήρα και μένω τώρα για ψυχικό σ’ ένα δωμάτιο στο βάθος της αυλής, που δεν πληρώνω τίποτα ευτυχώς. Κουρασμένη, κοκαϊνομανής, και σακατεμένη από τη ζωή που έκανα, ζω σήμερα με ό,τι μου δώσουν οι άλλοτε θαυμαστές μου, γέροι κι αυτοί σαν εμένα.

Δεν έχω παράπονο. Η Αθήνα μου έδωσε τα μέσα να ζήσω άνετα στα γεράματά μου, χωρίς στερήσεις. Δεν είχα μυαλό να κρατήσω. Ποιος φταίει; Κανείς. Εγώ η ίδια. Πάλι καλά που βρίσκονται άνθρωποι και δεν με αφήνουν να πεθάνω της πείνας. Δεν έχω κανέναν στον κόσμο, μόνο το σκυλάκι μου. Δεν μου απέμεινε τίποτε άλλο παρά οι αναμνήσεις μου και η καλοσύνη των Αθηναίων.

Αν ήμουν στην Βιέννη, ασφαλώς θα είχα πεθάνει από την πείνα ή θα με είχαν κλεισμένη σε κανένα άσυλο να τρώω χορτόσουπα και να κουβεντιάζω με διάφορες γριές. Σ’ αυτό τον φιλόξενο τόπο ζω σχετικά  καλά και όταν θα έρθει η ώρα, θα βρεθούν και πέντε άνθρωποι να μου στείλουν ένα μάτσο λουλούδια…

 

Το συγκεκριμένο άρθρο βασίστηκε σε ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Εμπρός» τον Ιούνιο του 1930 κατά το οποίο ο δημοσιογράφος συναντάει σε μεγάλη ηλικία την Ίρμα, ταλαιπωρημένη και κοκαϊνομανή, στην Αθήνα. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο είναι επιχρωματισμένες από εμάς και αποτυπώνουν την Ίρμα σε διάφορες φάσεις της ζωής της. Το καμπαρέ στο οποίο μεσουράνησε η Ίρμα βρισκόταν πλαγιαστά από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη στη Σταδίου, απέναντι από το σημερινό κτίριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, εκεί ακριβώς όπου αργότερα χτίστηκε το Ίλιον Παλλάς. 

 

 

 

Διαβάστε επίσης:

Επίσκεψη στα καμπαρέ της Σμύρνης το 1887

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Βικτώρια Άλεξ
Η Βικτώρια Άλεξ. γεννήθηκε το 1990 στη Μυτιλήνη. Σπούδασε νοσηλευτική στην Πάτρα. Μετακόμισε στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του '14. Η γάτα της δεν έχει όνομα. Διατηρεί το ιστολόγιο anavoleas.tumblr.com