Εκεί που σήμερα είναι το γήπεδο των Αμπελακίων Σαλαμίνας, υπήρχε μέχρι το 1984 μια λίμνη, η λίμνη Αλμυρή. Την έλεγαν έτσι γιατί συνόρευε μ’ ένα μικρό κανάλι με τη θάλασσα και το νερό της ήταν υφάλμυρο. Κάθε χειμώνα τα νερά της βροχής γέμιζαν τη λίμνη, τα βούρλα θέριευαν και τα βατράχια διαιώνιζαν το είδος τους.

Μιαν άνοιξη, μου λέει ο φίλος μου ο Ηλίας: «-Ρε κάτι μεγάλα πουλιά έχουν έρθει στη λίμνη». Πλησιάσαμε σιγά-σιγά, σκυφτοί πίσω από τα βούρλα και μέσα στις λάσπες. Έξι κύκνοι είχαν κατέβει για να ξεκουραστούν, μάλλον από κάποιο μακρινό ταξίδι. Οι φιγούρες τους αντανακλώνταν στα ακίνητα νερά της λίμνης. Με αργές κινήσεις κολύμπαγαν πότε ο ένας πίσω από τον άλλον, πότε κυκλικά ανά δύο με τα ταίρια τους κι όλο έκαναν μια σπασμωδική κίνηση με το λαιμό τους. Μετά από αρκετή ώρα άνοιξαν τα φτερά τους και συνέχισαν το ταξίδι τους. Κατευθύνθηκαν βόρεια προς Ελευσίνα. Σηκωθήκαμε όρθιοι και τους κοιτούσαμε μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια μας.

Καθώς ερχόταν το καλοκαίρι και οι βροχές ελαττώνονταν, η λίμνη όλο και μίκραινε και μαζί λιγόστευε και η αντανάκλαση του ουρανού με τα λίγα σύννεφα. Στο ξερό πια έδαφος της λίμνης έρχονταν αναπάντεχα οι τσιγγάνοι και έστηναν τα τσαντίρια τους. Δίπλα τους κι εμείς παίζαμε μπάλα. Σε λίγες μέρες όλη η έκταση είχε γεμίσει σκηνές. Παντού φωνές, μαλώματα, τραγούδια του Αγγελόπουλου και του Καζαντζίδη ακούγονταν από τα Ντάτσουν, γυμνά παιδάκια έτρεχαν, οι τσιγγάνες έπλεναν κι άπλωναν ρούχα και μαγείρευαν στη φωτιά.

Έφευγα από το σπίτι φορώντας ένα σορτσάκι και κατέβαινα στη λίμνη. Είχα γνωρίσει τα προηγούμενα καλοκαίρια δύο τσιγγανόπουλα,  τον Χρήστο και τον Ευγένιο. Βρίσκαμε μια πλακούρα κάτω από μια σκιά και παίζαμε πεντόβολα. Μετά, όταν μαλώναμε, με τις ίδιες πέτρες αρχίζαμε τον πετροπόλεμο. Γρήγορα τα βρίσκαμε. Προχωρούσαμε στου Τσικουράκου για μπάνιο και κολυμπούσαμε μαζί με τα άλλα τσιγγανάκια. Δεν ξεχώριζα ανάμεσά τους, μ’ έπιανε για τα καλά ο ήλιος.

Αρκετές φορές οι τσιγγάνες κατέβαιναν κάτω στο Καματερό και  πήγαιναν στο μπακάλικο της Ελένης του Σωτήρη ή στης Φανιώς και ψώνιζαν.
Η Φανιώ απορούσε: «-Μα πού θα τα μαγειρέψετε όλα αυτά που πήρατε; Έχετε κουζίνα; Έχετε πετρογκάζ;» .
« – Όπως εσύ έχεις το νοικοκυριό σου,  έτσι έχουμε κι εμείς το δικό μας!» της ανταπάντησε μια.

Θα ήταν καλοκαίρι του ’78, Αύγουστος. Ο Χρήστος θα γινόταν νονός. Αγοράκι θα βάφτιζε. Με κάλεσε στα βαφτίσια. Στην εκκλησία του Καματερού θα γινόταν. Ο Παπακώστας, στραβόξυλο μεν, ανοιχτόμυαλος δε, αμέσως δέχτηκε να γίνουν τα βαφτίσια. Όλοι οι καλεσμένοι φορούσαν πολύχρωμα ρούχα, μα πιο πολύ είχαν αστραφτερά πρόσωπα. Είχαν έρθει κι άλλοι τσιγγάνοι, συγγενείς και φίλοι, από άλλα μέρη. Αφορμή για προξενιά, αφορμή για έρωτες ήταν η ομήγυρη αυτή. Ο Χρήστος παντελόνι γαλάζιο, πουκάμισο κίτρινο. Το όνομα που έδωσε στο αγοράκι ήταν Χρυσοβαλάντης. Πρώτη μου φορά άκουσα αυτό το όνομα. Ο πατέρας του μωρού που βαφτίστηκε, καθόταν έξω από την εκκλησία. Μόλις ο Χρήστος είπε το όνομα, πολλά τσιγγανάκια έτρεξαν έξω να του το αναγγείλουν. Αυτός τότε σκόρπισε κέρματα στην αυλή και τα παιδιά άρχισαν να τα μαζεύουν.
« – Πήγαινε ρε», μου έκανε νόημα ο Χρήστος, « – πήγαινε, τρέχα».
Πήγα και μάζεψα εννιά δραχμές. Τα μοιραστήκαμε αργά το απόγευμα.
« – Εγώ αν ήμουνα, θα είχα μαζέψει πιο πολλά», μου είπε.

Δυο βράδια θυμάμαι είχε έρθει το περιπολικό της αστυνομίας. Οι κάτοικοι γύρω από τη λίμνη παραπονιόντουσαν για τις φασαρίες και για τα σκουπίδια. Μάλλον όμως τους ενοχλούσε η παρουσία των τσιγγάνων και μόνο. Οι γυναίκες φώναζαν, έκλαιγαν· ασυναίσθητα έκλαιγαν και τα παιδιά μαζί τους, οι άντρες διαπληκτίζονταν με τους αστυνομικούς.  Την άλλη μέρα κάποια τσαντίρια είχαν φύγει. Μερικά όμως παρέμεναν.

Τα χρόνια πέρασαν, η λίμνη μπαζώθηκε κι έγινε γήπεδο. Πού και πού,  κανένα βράδυ στα κλεφτά, ξαποσταίνει κάνα καραβάνι με Ντάτσουν στη  μπαζωμένη πια ακτή του Τσικουράκου. Την άλλη μέρα έχει φύγει. Κανείς δεν ξέρει για πού. Τελευταία φορά που είδα τον Χρήστο και τον Ευγένιο ήταν το ’79. Είχα τελειώσει την Τετάρτη δημοτικού. Δεν τους ξαναείδα. Νιώθω βαθιά μέσα μου όμως πως είναι καλά, πως κάνουν τη ζωή που τους αρέσει, μια ζωή ανέμελη, ελεύθερη, σαν εκείνους τους κύκνους που ένα ανοιξιάτικο απόγευμα ήρθαν αναπάντεχα στη λίμνη κι έφυγαν ξαφνικά για να γνωρίσουν άλλους τόπους.

Τότε που το γήπεδο γινότανε λίμνη.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Με ξεγέννησε μαμμή στο Καματερό της Σαλαμίνας το καλοκαίρι του 1969. Διαβάζω έγγραφα του 17ου και του 18ου αιώνα και βρίσκω στοιχεία της μικροϊστορίας των τόπων. Σε ένα από τα χρόνια της διδασκαλίας μου έτυχε να είμαι συνάδελφος με τον καθηγητή που με άφησε στην Α΄ Λυκείου.