«Θέλει κόπο να ‘σαι νεκρός»
Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Έχει στ’ αλήθεια συμβεί. Το έχω δει με τα μάτια μου στον κήπο. Ο βελγικός λύκος να αγαπά παράφορα το ελληνικό πρόβατο. Το ελληνικό πρόβατο να αγαπά παράφορα τον βελγικό λύκο. Παρέα κολλητή. Το είχαμε κερδίσει σε μια λαχειοφόρο αγορά στο πανηγύρι του χωριού. Τι να το κάναμε; Μικρούλι ήτανε ακόμη. Το πήραμε στο σπίτι. Μην τα πολυλογώ. Το πρόβατο, αφού περνούν οι μήνες, σφάζεται λόγω των εορτών του Πάσχα μπροστά στα μάτια του λύκου. Ο λύκος κουρνιάζει στο έδαφος και αρχίζει να μαραζώνει. Αρνείται το νερό και την τροφή. Οι γιατροί δεν έχουν ιδέα. Σε καμιά δεκαριά μέρες πεθαίνει. Καθαρή αυτοκτονία. Λυκίσια και στα ίσια.

Αναρωτιέμαι συχνά αν θα ήμουν ο ίδιος χωρίς το συμβάν αυτό. Δεν έχω ιδέα. Γνωρίζω πάντως καλά πως από τότε που συνέβη, η αυτοκτονία απέκτησε μυθική διάσταση στο παιδικό μυαλό μου. Τόσο μυθική, που άρχισε να αποκτά σιγά σιγά περίγραμμα. Έπειτα έγινε σκεπτομορφή. Τώρα πια έχει κανονικό πρόσωπο. Μια λυκόφατσα που με παίρνει στο κατόπι κι είναι πάντα εκεί όταν τη χρειάζομαι.

Simon Marmion | Το θηρίο Αχέροντας | 1475 μ.Χ.

Χτες την είδα πάνω στο στέγαστρο του ΗΣΑΠ στην Καλλιθέα. Μου γέλαγε και της τρέχανε τα σάλια. Της χαμογέλασα και γω. Το περασμένο Σάββατο ίσα που έκανα μια σκέψη μελαγχολική και εμφανίστηκε αραχτή πάνω στο κάστρο του Άργους. Άλλοτε αράζει πάνω στα κοντέινερ της Cosco στο Πέραμα. Γενικά δεν με χάνει απ’ τα μάτια της. Ό,τι στραβό κι αν μου συμβαίνει στέκει πάντα δίπλα μου να μου ισιώνει τη ζωή. Όλα τα λάθη μου σωστεύουν. Όποια δυσκολία κι αν με βρει την ξεπερνώ με ένα λυτρωτικό βλέμμα στη λυκόφατσα. Η ματαιότητα με κινητοποιεί ξανά. Κι είναι σα να μου λέει «παίξε λίγο ακόμα, μη βιάζεσαι μωρέ, έχουμε καιρό ακόμα».

Νιώθω πράγματι προνομιούχος. Κουβαλάω στο αίμα μου το μαράζι του λύκου. Έχω προσωπικό φύλακα άγγελο. Που με κάνει να νιώθω μακάριος κι αυτάρκης ανά πάσα στιγμή που θα τον μνημονεύσω. Ξέρω, δεν κάνει να μιλάμε γι’ αυτά. Αλλά γιατί όχι; Όσο μονοδρομείται η ψυχή τόσο οι λύκοι θα τρώνε τα πρόβατα. Γι΄αυτό δεν με νοιάζει που τα γράφω αυτά. Η κοινή γνώμη ας μείνει μακρυά. Και μη σώσει ποτέ της να δει έκπτωτους αγγέλους μέσα στη νύχτα να σουβλίζονται από τα κυπαρίσσια όπως πέφτουν. Δεν με νοιάζει που τα γράφω αυτά. Εμένα η ιδέα του θανάτου μου είναι χαροποιός. Με τροφοδοτεί με όνειρα. Και της οφείλω πολλά. Τόσα πολλά, που θα έλεγα με παρρησία πως η ζωή μου είναι μια ανταμοιβή στην αυτοκτονία μου.

 

 

Με αφορμή τούτο το κείμενο:

Να ζει κανείς ή να μη ζει: μπορούν τα ζώα να αυτοκτονήσουν;

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής των εκδόσεων Υποκείμενο. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.