Την Κυριακή των γενεθλίων μου, βρέθηκα στην έκθεση Αλέξανδρος Ιόλας: Η κληρονομιά στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Είναι εντυπωσιακή και συνάμα θλιβερή η ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου, τουλάχιστον έχει απομείνει η δωρεά του στο συγκεκριμένο ίδρυμα (αν και η έκθεση έχει δανειστεί επιπλέον έργα, από άλλα μουσεία και από ιδιωτικές συλλογές, προκειμένου να είναι πιο πλήρης η σκιαγράφηση τόσο της προσωπικότητας του Αλέξανδρου Ιόλα όσο και της «κληρονομιάς» που άφησε- εξού και ο τίτλος). Στο πρόγραμμα υπήρχε ξενάγηση, ενώ ταυτόχρονα λάμβανε χώρα  ένα ρεσιτάλ πιάνου με τζαζ μουσική, οπότε η εμπειρία ήταν πολύ «ιολική».

Οι πρώτες φωτογραφίες του Ιόλα που έχουμε, είναι από τη Nelly’s στην Ακρόπολη, τη δεκαετία του ’20. Τότε ήταν χορευτής, φιγούρα αέρινη.

– Γιατί διαλέξατε να γίνετε χορευτής, αγαπημένε Ιόλα ;

– Κοίταξε, γλυκέ μου, πώς χορεύει η βροχή. Δες πώς χορεύουν τα δένδρα στον αέρα. Άκου πώς σφυρίζει ο άνεμος. Παρατήρησε τον καλπασμό των αλόγων. Τον χορό των νιφάδων του χιονιού. Όλα στο σύμπαν έχουν ένα ρυθμό. Όλα χορεύουν. Γιατί να μη χορέψω εγώ…

 


Αναλογίζομαι για λίγο τη Nelly. Η πρώτη φορά που άκουσα γι’ αυτήν, ήταν όταν ήμουν παιδάκι με τους γονείς μου κι ενώ είχαμε πάει σε διάφορα μαγαζιά αναζητώντας γκραβούρες. Σε ένα από αυτά ξετρύπωσαν μια φωτογραφία της με τίτλο «Πελοποννήσιοι άρχοντες» ή κάπως έτσι. Μετά, ξανάκουσα γι’ αυτήν όταν ήμασταν στη Σαντορίνη και χαζεύαμε την Καλντέρα. Θυμήθηκα πως ο παππούς μου πάντα έλεγε «αυτό μοναχά, την Καλντέρα να βλέπω και δε θέλω τίποτα άλλο». Επανήλθα στη ρήση αυτή πολλές φορές τα τελευταία χρόνια, σε συζητήσεις για τη λαϊκή αισθητική και αρχιτεκτονική. Πάντα καταλήγω στο ότι οι «απλοί άνθρωποι» ξέρανε και πού ζούνε και τι τους περιβάλλει. Στην κουβέντα αυτή λοιπόν, αναφέρθηκε πάλι η Nelly, η οποία έβαζε κάποιον ντόπιο να τη φέρνει με γαϊδούρι στην Καλντέρα προκειμένου να βγάλει φωτογραφίες, πριν η Σαντορίνη αναγνωριστεί ως μοναδικής ομορφιάς νησί ή γίνει τουριστικό θέρετρο. Κάτι έβλεπε εκεί που δεν το έβλεπαν οι άλλοι.

Η δραστηριοποίηση του Ιόλα στα εικαστικά ξεκίνησε όταν ήρθε αντιμέτωπος μ’ ένα έργο του Ντε Κίρικο. Μπήκε στη γκαλερί που το πουλούσε και συμφώνησε να το αποπληρώνει μήνα το μήνα, γιατί ένιωσε την απόλυτη ανάγκη να το κατέχει. Μου ήρθε στο νου η συλλογή Κωστάκη, στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Κι εκεί ένας «απλός σοφέρ» έσωσε πάμπολλα έργα της ρωσικής πρωτοπορίας. Απέκτησε έναν από τους πρώτους του πίνακες όταν πήγε στην οικογένεια του ζωγράφου ένα κομμάτι ξύλο για να βάλει σε μια τρύπα στη σκεπή της. Ως τότε την τρύπα κάλυπτε ένας πίνακας.  Σύμφωνα με αφήγησή του, αφότου τον τοποθέτησε στο σπίτι του, άλλαξε η σχέση του με το χώρο και το φως, άρχισε να τα αντιλαμβάνεται τελείως διαφορετικά. Κι έτσι άρχισε να συλλέγει.

Θεωρώ ακόμα αξεπέραστη τη ρωσική πρωτοπορία. Θυμάμαι και την έκθεση Από τον Σαγκάλ στον Μάλεβιτς, προ ετών στη Βιέννη. Εντυπωσιάστηκα όταν συνειδητοποίησα πόσα διαφορετικά καλλιτεχνικά κινήματα έλαβαν χώρα σε ένα τόσο συμπιεσμένο χρονικό διάστημα. Πόσες ιδέες, πόσοι τρόποι να σπάσεις τις φόρμες, πόσα μανιφέστα και κόντρα μανιφέστα. Αλλά το εντυπωσιακότερο ήταν η συνολικότερη αίσθηση που σου άφηνε η συγκεκριμένη εποχή, το γεγονός πως οι άνθρωποι σχεδίαζαν μηχανές για να πετάξουν και να επισκεφθούν το διάστημα. Όλα θεωρούνταν πιθανά. Στέκομαι σε ένα εντυπωσιακό έργο του Φοντάνα και ακούω την ξεναγό να μας μιλάει για τον διαστιμισμό (spazialismo), ένα καλλιτεχνικό κίνημα που ήθελε να περιγράψει τη νέα αίσθηση του χώρου που δημιουργήθηκε στην ανθρωπότητα μετά το ταξίδι του Γιούρι Γκαγκάριν στο διάστημα και την προσγείωση της αποστολής Απόλλων 11 στη Σελήνη. «Το μέλλον είναι η πατρίδα του έργου», έλεγε ο Χλιέμπνικωφ.

Θέλω να βγάλω τις παρενθέσεις του κοινού πολλαπλασιαστή, που ενώνει εμένα, τον Ήλιο, τον ουρανό, και την σκόνη των διαμαντιών.

Β. Χλιέμπνικωφ

 

.
Αργότερα, που συζητούσα με τον Κ. για τη Συλλογή Κωστάκη, μου είπε ότι το 1995 που είχε φιλοξενηθεί ολόκληρη στην Εθνική Πινακοθήκη, αυτό που περισσότερο τον είχε εντυπωσιάσει ήταν το Λιετάτλιν, που κρεμόταν στην είσοδο της έκθεσης. Ο Βλαντιμίρ Τάτλιν, δημιουργός του Λιετάτλιν, δηλαδή της σοβιετικής, πτηνόμορφης, ιπτάμενης μηχανής, τη σχεδίασε φανταζόμενος ένα προϊόν μαζικής παραγωγής, που θα έμπαινε σε κάθε σπίτι και η χρήση του θα διδασκόταν στα σχολεία. Ο νέος σοβιετικός άνθρωπος θα πετούσε. Όπως και οι Ρώσοι φουτουριστές ονόμασαν τους εαυτούς τους «Μελλόντιους» και θεωρούσαν ότι η ανθρωπότητα του μέλλοντος, απαλλαγμένη από τα δεινά που την κατέτρωγαν, θα έφτανε να μιλάει μια κοσμογλώσσα, οπότε και έφτιαξαν «μια γλώσσα αστρική», το ζαούμ.

Στο σπίτι διαβάζω για τη σχέση του Ιόλα με τον Man Ray. Έλεγε λοιπόν γι’ αυτόν: «Είχε μια ποιητική θεώρηση για τους ανθρώπους, τα πράγματα, τη ζωή… Επινόησε εκ νέου την πραγματικότητα, αλλάζοντας την έννοιά της. Μεταμόρφωσε τα συνηθισμένα πράγματα σε μυστηριώδη και αναπάντεχα. Είχε μια αναζήτηση το έργο του. Μια αύρα που σε ξενίζει για το τι είναι το έργο Τέχνης». Κάπως έτσι, το ίδιο βράδυ πάω να δω τη νέα ταινία που διαδραματίζεται στον κόσμο του Χάρι Πότερ. Έχοντας χρόνια να το κάνω αυτό, ενθουσιάζομαι, επιστρέφω ξανά στην εφηβεία μου. Βλέπω όλα αυτά τα διαφορετικά πλάσματα και θυμάμαι να βυθίζομαι σ’ έναν άλλο κόσμο εκεί, γύρω στα έντεκά μου. Ήταν σαν να άνοιξα μία πόρτα, η οποία δεν ξανάκλεισε έκτοτε. Έπειτα ήρθε στη ζωή μου ο Νιλ Γκέιμαν, που έλεγε στον Sandman ότι «Ο καθένας μας έχει έναν μυστικό κόσμο εντός του. Όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο, εννοώ όλοι. Δεν έχει σημασία πόσο πληκτικοί και βαρετοί είναι εξωτερικά, εντός τους όλοι έχουν αφάνταστους, αξιοθαύμαστους, καταπληκτικούς, χαζούς, υπέροχους κόσμους. Όχι απλά έναν κόσμο. Εκατοντάδες. Χιλιάδες ίσως» και απενοχοποίησε τα φρικιά. Αυτές οι ιδέες του μαγικού Λονδίνου στα βιβλία του Χάρι Πότερ, το οποίο ζει, εξελίσσεται και δημιουργεί παράλληλα με το «κανονικό» Λονδίνο που έχουμε υπόψη μας, όπως αντίστοιχα και οι κόσμοι του Πάνω και Κάτω Λονδίνου που συμβιώνουν στο Neverwhere του Νιλ Γκέιμαν με ιντρίγκαραν· οι μαγικοί κόσμοι ήταν εδώ, δίπλα μας, απτοί. Και μετά ανακαλώ αυθόρμητα την πρώτη μου επαφή με τη Νταϊάν Άρμπους, που έδωσε μια άλλη πνοή σε αυτή μου τη σκέψη. Έβλεπε τους μαγικούς ανθρώπους στους ίδιους τους ανθρώπους που συναναστρεφόταν. Ανακαλώ μια φράση από την ταινία Fur: An imaginary portrait of Diane Arbus. Πρόκειται για μια ατάκα που λέει ο σύζυγός της: «Έχω μια τρύπα στο ταβάνι μου και γαμημένα φρικιά να βγαίνουν απ’ αυτήν.»

Κοιτάζω μια φωτογραφία που έβγαλα από την έκθεση, ένα από τα φιλοξενούμενα έργα του Ντε Κίρικο: τον Μινώταυρό του. Θυμάμαι την έκθεση Πικάσο & Κοκτώ προ τριετίας στο Ίδρυμα Θεοχαράκη· κι εκεί ο Μινώταυρος παντού. Στο μυαλό μου μια ατάκα του Πικάσο: «Αν κάποιος σημείωνε πάνω σε ένα χάρτη όλες τις διαδρομές που διήνυσα και τις ένωνε μεταξύ τους με μια γραμμή, θα σχεδίαζε ενδεχομένως έναν Μινώταυρο». Τι φάση κι αυτή. Το alter ego του διασημότερου ζωγράφου του 20ού αιώνα ήταν ένα φρικιό. Κι ο νους μου ταξιδεύει στον Αστερίο του Μπόρχες, που  «του αρέσει να παίζει τον άλλο Αστερίο». Το alter ego του Μπόρχες, βέβαια, δεν ήταν ο Μινώταυρος. Θαύμαζε πολύ τον Γουόλτ Γουίτμαν και περιέγραψε το «φαινόμενο των δύο Γουίτμαν»: ο ένας ήταν ο «φιλικός κι εύγλωττος άγριος» από τα Φύλλα Χλόης και ο άλλος ήταν ο «φτωχός συγγραφέας που τον εφηύρε».  Στο ποίημα «Κάμντεν, 1892», φαντάζεται τον πραγματικό, ηλικιωμένο Γουίτμαν να έχει απομακρυνθεί από τον φανταστικό. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος μαρτυρά:  «Υπήρξα ο Γουόλτ Γουίτμαν».

Τέλος, αναρωτιέμαι πόση ώρα έχω φάει να  σκέφτομαι το Μινώταυρο κι ότι έχω αφήσει τον Λαβύρινθο, αλλά ο ομώνυμος πίνακας του Αλέξη Ακριθάκη με επαναφέρει.

Βρίσκω μια επιστολή του Ακριθάκη στο Νίκο Σταθούλη, φίλο και βιογράφο του Ιόλα:

«Αγαπητέ Νίκο

Η φυσική μου κατάσταση είναι στα μαύρα της τα χάλια. Η πολιτική γύρω μου είναι σαν τα ερείπια ενός μεγάλου σεισμού. Κι εγώ μόνος έχω κλειστεί στο σπίτι μου και ζωγραφίζω με τον φόβο ενός ισορροπιστή στο σχοινί του τσίρκου. Γιατί η τέχνη έχει μια ευθύνη.
Η τέχνη έχει την δύναμη να ανατρέψει και κυβερνήσεις. Αυτός είναι (και ο ρόλος της.

Ο ζωγράφος βλέπει πάντα εξωτερικά. Ο καλλιτέχνης βλέπει εσωτερικά-είναι κάτι σαν την φωτογραφία να αντιστρέφεις το είδωλο.
Η τέχνη έχει και μία υποχρέωση στον πολιτικό τομέα αλλά όχι πολιτικά ενταγμένη. Γιατί ανήκει σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν την καταλαβαίνουν. Τέχνη είναι κάτι το σημερινό και το αέναο- όσοι έχουν αυτιά να βλέπουνε και όσοι έχουν μάτια να ακούνε.
Είναι ξημέρωμα. Έχω κουραστεί και εγώ δεν βλέπω- μόνο σκέπτομαι. Και είναι που πριν πολλά χρόνια στο Μιλάνο μου είχε πει ο Ιόλας… ”Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι τυφλός.”

Φιλιά. Αλέξης 22/03/1993″

Βγαίνω από την έκθεση και περιπλανιέμαι στη Θεσσαλονίκη. Βρέχει και ο κόσμος προσπαθεί να προστατευτεί με ομπρέλες και αδιάβροχα. Όσο κι αν έχω κυκλοφορήσει στο κέντρο τις τελευταίες μέρες, συνεχίζει να με συνεπαίρνει η αρχιτεκτονική της πόλης, αυτό το πολιτιστικό μίγμα με τα οθωμανικά, τα βυζαντινά, τα εβραϊκά, τα νεοκλασικά και τα μοντέρνα κτήριά της. Νιώθω ότι στην Αθήνα αντιλαμβανόμαστε τα πάντα με τους όρους του έθνους – κράτους, ενώ εδώ επιζεί ακόμα η αίσθηση της αυτοκρατορίας. Με γοητεύει η αποτύπωση της μνήμης στο χώρο. Κάτι που είχα νιώσει και σε άλλες, ένδοξες κάποτε, πόλεις- λιμάνια, όπως το Οβιέδο και το Πόρτο. Έβρισκα τότε συγκλονιστικό αυτό το κάτι που είχε απομείνει στην ατμόσφαιρα και θύμιζε τα παλιότερα, ξεχασμένα πια, μεγαλεία. Στην Ελλάδα το έχω αισθανθεί ξανά αυτό στα Χανιά. Κοιτάω γύρω μου. Αναρωτιέμαι, τη στιγμή που τα σκέφτομαι όλα αυτά, πόσοι κόσμοι να συμβιώνουν στην πόλη αυτή;

ινφο για την έκθεση