αγάπη μου,

σου γράφω από το τελευταίο μέρος που με είδε κανείς ζωντανή, 20.000 λεύγες κάτω απ’ τα σκεπάσματα.
είναι τρεις το απόγευμα ή πέντε το πρωί· τέλος της άνοιξης, αρχή του φθινοπώρου. προχθές έλιωσαν και τα τελευταία χιόνια κι έτσι μπορώ πλέον να καθρεφτίζομαι στον πάγο κάτω απ’ το μαξιλάρι μου χωρίς να φυλάγομαι απ’ τα εγκαύματα.
κατά τα άλλα, τίποτα το ιδιαίτερο. το κρανίο μου εξακολουθεί κολλημένο στο λαιμό μου, μετράω ίσα δάχτυλα πάνω και κάτω και τα μάτια μου κάποιες φορές καταφέρνουν ακόμα και να διακρίνουν τα χρώματα. μόνο που δεν έχω υπολογίσει σωστά μέχρι σήμερα το γεωγραφικό πλάτος αυτού του δωματίου, κι έτσι επικρατεί πάντα ο εχθρός μου, τα γαμημένα βήματα ως την πόρτα.
ο γάτος μού φέρνει το φαΐ κάθε μεσημέρι, μελάνι διαλυμένο στο νερό, κι ύστερα μού παίρνει την πίεση. τώρα λέει, μπορώ να δοκιμάσω σιγά σιγά να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι, κι έτσι, ίσως μέχρι το επόμενο μιλένιουμ να επανέλθει ο οργανισμός μου στην ομαλή του λειτουργία.
είναι σοφός ο γάτος μου.
κι όμως, κάποια βράδια, που μπορεί να έχει και ήλιο, πάω στοίχημα πως ακούω καμπανίσματα μες από τους τοίχους και φθόγγους μακρινούς, παράφορους, που αρνούνται να συνθηκολογήσουν με τις λέξεις.
και μετά σκέφτομαι πως ο μόνος λόγος να σηκωθώ, είναι για να είμαστε στο ίδιο ύψος.

(μουντζουρώνω αυτό το κωλόχαρτο εδώ και περίπου χίλια χρόνια
κι ακόμα
θέλω να σου πω)

εξώφυλλο: Michael Vincent Manalo

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Μαριαλένα Καζαντζή
μπορούμε να διακόψουμε για πέντε λεπτά; θέλω να κλάψω.