Μπορεί ένα μουσικό όργανο να βγάλει μια σύνθεση με χρώμα; Το εγχείρημα τούτο απασχολούσε τον ιησουίτη καθηγητή Λουί Μπερτράν Καστέλ (1688-1757), μαθηματική διάνοια που καταπιάστηκε σχεδόν με ό,τι πεδίο γνώσης υπήρχε στον καιρό του: φυσική, γεωμετρία, θρησκεία, ηθική, οπτική, μουσική, κ.α.

Στην «Οπτική» του (1704) ο Ισαάκ Νεύτων ενδιαφερόταν για την αναλογία μεταξύ χρωμάτων και μουσικής, κι έτσι διέκρινε στα πειράματα με το φως και το πρίσμα που έκανε επτά χρώματα (τα λεγόμενα «χρώματα του ουράνιου τόξου»), σε αντιστοιχία με τις επτά νότες της μουσικής κλίμακας. Θα μπορούσε να δει και να ονοματίσει έξι χρώματα ή δέκα. Αλλά η αναλογία έπρεπε να διατηρηθεί.

Ο Καστέλ έγραψε μια βιβλιοκριτική το 1723 με βάση τη γαλλική μετάφραση της «Οπτικής». Δυο χρόνια αργότερα, το 1725, δημοσίευσε με τη μορφή γράμματος -που έγινε με σημερινούς όρους «viral»– την ιδέα του για ένα χρωματικό μουσικό όργανο, ένα «οπτικό κλαβεσέν» (είδος πιάνου). Μια άλλη πηγή του, από την οποία επηρεάστηκε ακόμη περισσότερο, ήταν το πολύτομο έργο «Musurgia Universalis» (1650) του Αθανάσιου Κίρχερ. Σε αυτό μεταξύ άλλων διάβαζε κανείς για την αρχαία θεωρία της αρμονίας των σφαιρών, περί ζητημάτων φυσιολογίας στην πρόσληψη και παραγωγή ήχου (π.χ. η ανατομία του αυτιού σε διαφορετικά είδη του ζωικού βασιλείου), μέχρι και για την ίαση του τσιμπήματος από αράχνη με μουσικοθεραπεία. Ο Καστέλ υιοθέτησε μια σειρά επιχειρημάτων, τα οποία ενίσχυσε με τις δικές του προεκτάσεις, για να υποστηρίξει ότι υπάρχει φυσική αναλογία μεταξύ ήχου και χρώματος, κι έπειτα προχώρησε -με την ενθάρρυνση θαυμαστών της ιδέας του- στην προσπάθεια κατασκευής ενός τσέμπαλου, με το οποίο δημιουργούσε μια νέα τέχνη: τη χρωματική μουσική. Θα προσέφερε μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τη μουσική και τη ζωγραφική, καθώς θα συνδύαζε και τα δύο, χαρίζοντας τέρψη στην ακοή και την όραση ταυτόχρονα.

Στην πράξη, ο Καστέλ -που έζησε μέσα στον αιώνα του Γαλλικού Διαφωτισμού και ήταν φίλος με τον Ντιντερό και άλλους philosophes που ενίοτε τον κορόιδευαν- δεν θα κατάφερνε να τελειοποιήσει ποτέ το όργανο που φανταζόταν, παρότι αφιερώθηκε στην υπόθεση «μουσική για τα μάτια» περίπου τριάντα χρόνια από το 1725 και μετά. Μια πρώιμη εκδοχή του κλαβεσέν, έκανε το πάτημα των πλήκτρων να συνδέεται με χρωματισμένες λωρίδες χαρτιού που υψώνονταν σε μια θήκη τοποθετημένη πάνω στο όργανο. Έτσι, άκουγε κανείς μουσική και έβλεπε χρώματα ταυτόχρονα. Σε μια ωριμότερη εκδοχή,  υποτίθεται ότι το πάτημα ενός πλήκτρου θα έριχνε μια ακτίδα φωτός πάνω σε ένα κομμάτι χρωματιστού βιτρώ, κάνοντάς το να λαμποκοπά.

Δεν ήταν εύκολη υπόθεση σε μια εποχή πριν από τη μηχανική-ηλεκτρική ανάπτυξη  να κατασκευαστεί το όργανο που επιθυμούσε ο Καστέλ και να λειτουργεί όπως πραγματικά θα το ήθελε. Κατά τον Καστέλ,  χάρη στην ικανότητα του κλαβεσέν να παράγει χρώματα από ήχους, ακόμη και ένα κωφός ακροατής θα μπορούσε να απολαύσει συνθέσεις μουσικές. Τι και αν πολλοί αμφισβητούσαν ότι υπάρχει πραγματική αναλογία μεταξύ ήχου και χρώματος, ο ιησουίτης δεν έχασε ποτέ την πίστη στην ιδέα του. Γνώριζε πως υπήρχαν κάποιοι προπομποί του, αλλά κανείς δεν είχε εξελίξει την υπόθεση τόσο που να φτάσει σε ένα «εφαρμοσμένο» τόλμημα.  Για αρκετούς συγχρόνους του, δεν ήταν παρά ένας «παλαβός», ένας θρησκόληπτος λόγιος με ζωηρή φαντασία.

 

Καρικατούρα του Louis Bertrand Castel με το κλαβεσέν του


Εύλογα μπορεί να σκεφτεί κανείς πως όλα αυτά προκαλούσαν εξαίρετο ενδιαφέρον κατά τις ημέρες του, όπως εξάλλου και μεταγενέστερα. Ο Ρώσος συνθέτης Αλεξάντερ Σκριάμπιν, για παράδειγμα, ενδιαφερόταν να συνδέσει διαφορετικές αισθήσεις μέσα από την τέχνη του. Στους κύκλους θεοσοφίας που σύχναζε, το 1909 κάποιος του πρότεινε να διαβάσει τα γραπτά του Καστέλ.

Πίσω στη δεκαετία του 1750, ο φιλόσοφος Ντενί Ντιντερό μάς μεταφέρει το πώς προσλαμβάνει ένα κωφάλαλος το μυστηριώδες μουσικό όργανο του Καστέλ: θα μπορούσε εντέλει να φτιάχνει λέξεις με αυτό, να είναι ένα όργανο επικοινωνίας. Ο λόγος, λοιπόν, στον Ντιντερό:

«Οπωσδήποτε θα έχετε ακούσει για την παράξενη μηχανή με την οποία ο εφευρέτης της ισχυριζόταν ότι εκτελεί χρωματικές σονάτες. Φαντάστηκα ότι, αν στον κόσμο υπήρχε κάποιος στον οποίο θα μπορούσε να δώσει ευχαρίστηση η οπτική μουσική, αυτός θα ήταν ένας εκ γενετής κωφάλαλος. Πήγα λοιπόν τον δικό μου κωφάλαλο στην οδό Σαίν Ζακ, στο σπίτι όπου παρουσίαζαν αυτόν τον άνθρωπο και τη μηχανή του με χρώματα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε, κύριε, τί εντύπωση τού προξένησαν αυτά τα δύο πράγματα και τί σκέψεις γέννησαν στο νου του […] Πείτε μου, κύριε, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που έχει στερηθεί, ως εκ γενετής κωφάλαλος, κάθε μέσο που θα του επέτρεπε να εκτιμήσει τον πατέρα Καστέλ και τα έργα του, πως είναι δυνατόν, μολαταύτα, να θεωρεί τον πατέρα Καστέλ και τα έργα του σπουδαία; Ή, μάλλον, η ιστορία έχει ως εξής∙ ακούστε.

Ο κωφάλαλός μου φαντάστηκε ότι ο πατήρ Καστέλ ήταν κι αυτός κωφάλαλος∙ ότι το κλαβεσέν του χρησίμευε στη συνομιλία με τους άλλους ανθρώπους∙ ότι κάθε απόχρωση στο κλαβιέ του είχε την αξία ενός γράμματος της αλφάβητου∙ και ότι με τη βοήθεια των πλήκτρων και την επιτηδειότητα των δακτύλων του έκανε συνδυασμούς αυτών των γραμμάτων κι έφτιαχνε λέξεις, φράσεις και, τέλος, ολόκληρο λόγο από χρώματα.

Οφείλει κανείς να παραδεχτεί ότι, ύστερα από μια τόσο διεισδυτική κατανόηση, οποιοσδήποτε άλλος κωφάλαλος θα είχε μείνει πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Όμως ο δικός μου δεν σταμάτησε εκεί. Ξαφνικά νόμισε ότι είχε κατανοήσει τί ήταν μουσική και τί μουσικό όργανο. Νόμιζε ότι μουσική ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος να μεταδίδουμε τη σκέψη μας και ότι τα μουσικά όργανα, οι βιέλες, τα βιολιά, οι τρομπέτες, έπαιζαν στα χέρια μας τον ίδιο ρόλο με τα όργανα ομιλίας. Δεν έχει άλλο σύστημα, θα μου πείτε, να καταλάβει ένας άνθρωπος που δεν άκουσε ποτέ του μουσικό όργανο ή μουσική. Λάβετε, ωστόσο, σας παρακαλώ, υπόψη σας ότι το σύστημα αυτό, το οποίο εσείς θεωρείτε εντελώς εσφαλμένο, για τον κωφάλαλο είναι σχεδόν αυταπόδεικτο. Όταν ο κωφάλαλος αναλογίζεται με τί προσήλωση ακούμε εμείς τη μουσική κι αυτούς που παίζουν κάποιο όργανο, όταν αναλογίζεται τα σημάδια της χαράς και της λύπης που χρωματίζουν το πρόσωπο και τις χειρονομίες μας από τη συγκίνηση που μας προξενεί μια ωραία αρμονία, κι όταν κάνει τη σύγκριση με την επήρεια που έχει επάνω μας ο ομιλούμενος λόγος και άλλα εξωτερικά αντικείμενα, πώς μπορεί να μη συλλάβει με τη φαντασία του ότι οι ήχοι εμπεριέχουν κάποια απλά νοήματα, ανεξαρτήτως ποια μπορεί να είναι αυτά, ενώ οι φωνές και τα όργανα δεν διεγείρουν μέσα μας συγκεκριμένες διακριτές καταστάσεις; 

Δεν έχουμε απέναντί μας, κύριε, μια πιστή εικόνα των σκέψεων, των συλλογισμών και των συστημάτων μας, με δυο λόγια των εννοιών ακριβώς που έκαναν διάσημους τόσους φιλοσόφους; Κάθε φορά που αυτοί αποφαίνονταν για ορισμένα πράγματα τα οποία, για να κατανοηθούν σωστά, φαίνονταν να απαιτούν την ύπαρξη κάποιου οργάνου που οι ίδιοι δεν διέθεταν –πράγμα διόλου σπάνιο-, έδειξαν λιγότερη οξυδέρκεια και βρέθηκαν πιο μακριά από την αλήθεια απ’ ό,τι ο κωφάλαλός μας. Διότι, εντέλει, μπορεί να μη μιλούμε τόσο ευδιάκριτα με ένα όργανο, όπως μιλούμε με το στόμα, και μπορεί οι ήχοι να μην εικονογραφούν τόσο καθαρά τη σκέψη μας όπως ο λόγος, λένε όμως οπωσδήποτε κάτι (…) Βρίσκω βαθυστόχαστο και αληθινό αυτό που σκέφτηκε ο κωφάλαλός μου για το οπτικό κλαβεσέν του πατέρα Καστέλ, για τα μουσικά μας όργανα και τη μουσική. Αν δεν συνέπεσε ακριβώς με το τι είναι, συνέπεσε σχεδόν με το τι όφειλαν να είναι».

 


Το απόσπασμα του Ντιντερό είναι από το δοκίμιο του «Επιστολή για τους Κωφάλαλους προς χρήσιν όσων ακούν και βλέπουν» (1751), στο Αισθητικά, μτφρ Κλαίρη Μιτσοτάκη, Αθήνα: βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ 2002

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ασσόδυο
Πλατφόρμα μάχης για την επανοικειοποίηση του ρεμβασμού.