.

Ένα ποιητικό πέπλο καλύπτει την εξαφάνιση του εικοσιπεντάχρονου  Βραζιλιάνου δημοσιογράφου Φραγκίσκου Ραφαήλ Μπρουνέττι που έλαβε χώρα στις αρχές Οκτωβρίου του 1950 στη Μύκονο και απασχόλησε έντονα τις αρχές του νησιού και τη Διοίκηση Χωροφυλακής Κυκλάδων. Ο Μπρουνέττι που εκτός από δημοσιογράφος ήταν και καλλιτέχνης, εξαφανίστηκε υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Στην αλληλογραφία του φέγγουν σκέψεις αυτοχειρίας καθώς έρχεται σε επαφή με τη «μαγική δύναμη» της πέτρας της Δήλου. Τι άλλο έγραφε εκεί και τι βρέθηκε στο δωμάτιο όπου διέμενε πριν εξαφανιστεί; Ακολουθούν λεπτομέρειες από την εφημερίδα «Νέα Μύκονος»:

 

Ο Μπρουνέττι νοίκιασε το απόγευμα της 2/10/50 από τον Ανάργυρο Γαλούνη τη βάρκα του ανιψιού του και βγήκε μόνος του για περίπατο κατευθυνόμενος προς το νησί του Μπάου. Εκεί τον αντελήφθησαν κατά τις 6 μ.μ. από το π/κ «Αγία Τριάδα» το οποίο εκτελεί τη συγκοινωνία Μυκόνου – Δήλου, να ρεμβάζει μόνος.

Τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας στο μπουγάζι μεταξύ Γούρνας και αϊ-Γιάννη οι αδελφοί Σιγάλα αντιληφθήκαν ακυβέρνητη βάρκα η οποία παρασύρετο από τα κύματα του βοριά, που από νωρίς τη νύχτα άρχισε να φυσά. Μέσα στην ακυβέρνητη βάρκα την οποία ρυμούλκησαν βρήκαν οι αδελφοί Σιγάλα ένα σακίδιο, τσιγάρα, σπίρτα, ένα πουλόβερ, μια πετσέτα και τα κουπιά. Την μετέφεραν στο λιμάνι του Ορνού και την παρέδωσαν στους συμπατριώτες ψαράδες με την παράκληση να ειδοποιήσουν σχετικώς τη Λιμενική Αρχή και το Σταθμό χωροφυλακής Μυκόνου. Πράγματι, ειδοποιήθηκαν και αμέσως ο σταθμάρχης χωροφυλακής Μυκόνου κ. Βασίλης Ζωάκος συνοδευόμενος από δύο χωροφύλακες και ψαράδες εξερεύνησε με προσοχή το νησί Μπάου, το Καβουρονήσι και τα προς την πλευρά αυτήν παράλια της Μυκόνου, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.

Στη Μύκονο έφτασαν αμέσως ο διοικητής χωροφυλακής Κυκλάδων κ. Λιανάς και ο διοικητής Τήνου ανθυπομοίραρχος κ. Κυλάκος, οι οποίοι προέβησαν σε ανακρίσεις και έρευνες, χωρίς όμως να διαφωτιστεί η υπόθεση.

Ο Μπρουνέττι εκτός του ότι ήταν δημοσιογράφος ήταν και καλλιτέχνης βοηθός του Μουσείου Καλών Τεχνών Σάο Πάολο. Στη Μύκονο έφτασε το τρίτο δεκαήμερο του παρελθόντος Σεπτεμβρίου και έμενε στο ξενοδοχείο «Δήλος» του κ. Ανδρέα Φιορεντίνου. Στο δωμάτιό του βρέθηκαν όλα τα ατομικά του είδη, το ρολόι της χειρός, ένα γαλλικό ευαγγέλιο, το διαβατήριό του, φωτογραφίες, μια φωτογραφική μηχανή, η αλληλογραφία του και μια σφαίρα περιστρόφου. Επίσης βρέθηκαν χαρτονομίσματα ξένων κρατών, 40.000 δραχμές και 7 ζωγραφικοί πίνακές του.

Στην αλληλογραφία βρέθηκε μια επιστολή της μητέρας του, η οποία τού έκανε παρατηρήσεις για τα πολλά έξοδά του.

Επίσης μια επιστολή του με ημερομηνία 1/10/50 την οποία απηύθυνε σε κάποιον φίλο του Γκερτ και στο περιεχόμενο της οποίας φαίνεται ο μεγάλος φιλελληνισμός και η λατρεία του προς την Δήλο και τη Μύκονο. Λόγω του περιορισμένου χώρου δεν μπορούμε δυστυχώς να δημοσιεύσουμε ολόκληρο το περιεχόμενό της. Σ’ ένα σημείο που αναφέρεται στη Δήλο γράφει: «Η πέτρα έχει εδώ μια μαγική δύναμη. Σε κάνει να νιώθεις την εντέλεια ανάμεσα σε καθαρή τελειότητα. Όλοι σου η πνευματική ζωή και ο κόσμος των ιδεών σού φαίνονται ξαφνικά τόσο στενοκέφαλα και ηλίθια. Πολλοί δεν μπορούν να αντισταθούν στην Ελλάδα και στο γκρέμισμα που επιφέρει στον εσωτερικό τους κόσμο. Τρελαίνονται ή αυτοκτονούν. Οι άλλοι αποκτούν ιδιοφυΐα και θαυματουργούν».

Παρακάτω γράφει: «Όταν ο κόκορας λαλήσει τη χαραυγή, το μεσημέρι ή το δειλινό, όταν ο άνεμος φυσά ανάμεσα στα λεοντάρια της Δήλου και τα κάνει να μουγκρίζουν, όταν οι σαύρες μεταμορφώνονται σε πέτρα και οι αετοί χάνονται στον ήλιο, αν θέλεις να βρεις μια πλήρη έκφραση για όσα έχεις να πεις, έλα στην Ελλάδα. Μόνο στην Ελλάδα…».

Σε άλλο γράμμα που δεν πρόλαβε να ταχυδρομήσει λέει πως είναι θαυμάσια να πεθάνει κανείς στη μαγευτική Μύκονο.

Προ ημερών έφτασε στη Μύκονο ο αδελφός του εξαφανισθέντος Λουδοβίκος Μπρουνέττι, ο οποίος μαζί με τη χωροφυλακή και ψαράδες ερεύνησε μια ολόκληρη μέρα όλη την περιοχή χωρίς να βρουν κανένα [άλλο] σημάδι.

Από την έρευνα των στοιχείων προκύπτει πως ο ατυχής Μπρουνέττι αυτοκτόνησε.

 

 

Πηγή: Νέα Μύκονος – Μηνιαία Ανεξάρτητη Εφημερίδα, Νοέμβριος 1950

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ασσόδυο
Πλατφόρμα μάχης για την επανοικειοποίηση του ρεμβασμού.