Το 1980 η γλύπτρια Ασπασία Παπαδοπεράκη συμμετέχει στη BIENALE της Αλεξάνδρειας και ο Κ. Σάνδης, πρώην πρόεδρος της Κοινότητας Αλεξάνδρειας και «λόγω ήθους, μορφώσεως και κύρους, φύσει και θέσει εκπρόσωπος του Αλεξανδρινού Ελληνισμού», της αναθέτει την κατασκευή της προτομής του Κ.Π Καβάφη. Η γλύπτρια, έχοντας κάνει τη σχετική προεργασία στην Αθήνα, την άνοιξη του 1983 εργάζεται για τρεις μήνες στην Αλεξάνδρεια και το έργο της γίνεται δωρεά από τον Κ. Σάνδη στο εκεί Ελληνικό Προξενείο.
Το 1985 κυκλοφορεί ένα βιβλίο – λεύκωμα με τίτλο «Η μορφή του Κ.Π. Καβάφη», στο οποίο η Ασπασία Παπαδοπεράκη εκθέτει και αναλύει τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε για την προτομή αυτή. Την εισαγωγή στο βιβλίο της, το οποίο επανεκδίδεται το 2003 από τις εκδόσεις Παπασωτηρίου και σήμερα είναι εξαντλημένο, γράφει ο Γιώργος Ιωάννου. Όπως σημειώνει η ίδια: «Το κείμενο του Γιώργου Ιωάννου μού δόθηκε λίγο πριν μπει στο νοσοκομείο τον Ιανουάριο του 1985.» Άρα πρόκειται για ένα από τα τελευταία κείμενά του, αν όχι για το τελευταίο του. Παρακάτω παρατίθεται ολόκληρο.

 

Η μορφή του Κ.Π. Καβάφη

Η μορφή του Καβάφη διασώζεται σε αρκετές φωτογραφίες και σχέδια, ακόμα και χαλκογραφίες. Τώρα, με τις τιμητικές εκδηλώσεις για τα πενήντα χρόνια από το θάνατό του, αρκετοί καλλιτέχνες καταπιάστηκαν με το ξαναδόσιμο της μορφής του, στηριζόμενοι, βέβαια, στα διασωζόμενα αυθεντικά στοιχεία, καθώς και στο έργο του.
Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια βρίσκεται και η προσπάθεια της Ασπασίας Παπαδοπεράκη, με τη διαφορά ότι η Παπαδοπεράκη δεν είχε ως αποκλειστικό στόχο το σχεδίασμα της μορφής του Καβάφη, αλλά το πλάσιμο της προτομής του, η οποία θα στηθεί σε κάποιο κοινοτικό σημείο της γενέτειράς του, της Αλεξάνδρειας.
Η Ασπασία Παπαδοπεράκη είναι κυρίως γλύπτρια, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα σχεδιάσματά της για τη μορφή του Καβάφη δεν είναι ίσως από τα εσωτερικότερα που είδαμε τελευταία.
Ο Καβάφης, ευτυχώς, δεν παρουσίαζε την αντίσταση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη φωτογράφηση. Δεχόταν να φωτογραφίζεται κάθε τόσο και θα πρέπει από καιρό σε καιρό να το επεδίωκε. Είχε φωτογραφική αγωγή, θα λέγαμε, όπως όλα τα κανονικά άτομα της τάξεώς του. Διασώζονται φωτογραφίες του από τη νηπιακή ηλικία και από όλες τις φάσεις της ζωής του. Στις φωτογραφίες προσετέθησαν αργότερα και τα σχεδιάσματα διαφόρων φίλων του καλλιτεχνών της εποχής του, όπως του Γιάννη Κεφαλληνού και του Τάκη Καλμούχου.
Υπάρχουν δημιουργοί που, ενώ πολλοί τούς διαβάζουν και τους θαυμάζουν, λίγοι θέλουν να τους γνωρίσουν από κοντά. Αυτό με τον Καβάφη δεν συνέβαινε. Οι άνθρωποι του πνεύματος, και ιδίως οι αναγνώσται της ποίησής του ήθελαν πολύ να τον γνωρίσουν ή αν αυτό δεν ήταν δυνατόν να μάθουν όσο γίνεται πιο πολλά γι` αυτόν. Το ίδιο συμβαίνει τώρα με τις φωτογραφίες του, τα πορτραίτα του και τις βιογραφίες του. Εξάπτουν το ενδιαφέρον. Τα σχετικά μ` αυτόν και το έργο του βιβλία ακόμα και τα μέτρια, έχουν εξασφαλισμένη μια ανάλογη κυκλοφορία, ενώ οι φωτογραφίες και τα πορτραίτα που κοσμούν τους τοίχους των σπιτιών πολλών ανθρώπων, οι οποίοι όμως δεν έχουν μονάχα τον Καβάφη ως σπουδαίο ποιητή. Και όμως μόνον αυτού την εικόνα συνήθως έχουν. Και αυτό είπαμε συνέβαινε από παλιά, με τον ένα ή άλλο τρόπο. Μιλούσαν πολύ για τον Καβάφη.
Έχομε αρκετές περιγραφές του Καβάφη – της μορφής του και των τρόπων του. Οι περιγραφές είναι οι ζωγραφιές της λογοτεχνίες. Οι πιο διάσημες και πιο πρώιμες είναι αυτές του Γρηγόρη Ξενόπουλου. Ο Καβάφης γνωρίστηκε με τον Ξενόπουλο στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1901. Αρκετά αργότερα, το Νοέμβριο του 1903, δημοσιεύτηκε στα «Παναθήναια» ένα περίφημο άρθρο του Ξενόπουλου, με τίτλο «Ένας ποιητής», όπου ανάμεσα στ’ άλλα περιλαμβάνεται και η ακόλουθη περιγραφή του σαραντάρη πια Καβάφη:
«Είναι νέος αλλ’ όχι εις την πρώτη νεότητα. Βαθειά μελαχροινός ως γηγενής της Αιγύπτου, με μαύρο μουστάκι, με γυαλιά μύωπος, με περιβολήν αλεξανδρινού κομψευομένου, αγγλίζουσαν ελαφρότατα, και με φυσιογνωμίαν συμπαθή, η οποία όμως εκ πρώτης όψεως δεν λέγει πολλά πράγματα. Υπό το εξωτερικόν εμπόρου, γλωσσομαθούς κι ευγενεστάτου και κοσμικού, κρύπτεται επιμελώς ο φιλόσοφος και ο ποιητής.»
Πολύ αργότερα, το 1926, ο Ξενόπουλος αποδίδοντας για μια ακόμα φορά το παλιό αυτό πορτραίτο του Καβάφη, γράφει στον Τίμο Μαλάνο:
«Πολύ νέος δεν ήταν, μα στιλπνός. Μ’ αυτή τη στίλβη τον φέρνω πάντα στη θύμησή μου. Έστιλβαν τα κατάμαυρα μαλλιά του, η κάτασπρη χωρίστρα του, τα μάτια του πίσω από τα ματογυάλια, το μελαχροινό πετσί του, τα στολίδια του, τα ρούχα του όλα. Η ομιλία του πολύ αλλοιώτικη απ’ τη δική μας εδώ, μου φάνηκε λιγάκι επιτηδευμένη. Δεν μιλούσε ελεύθερα. στεκόταν θα `λεγες, να βρίσκει ή να διαλέγει τις λέξεις. Σύνολο ωστόσο πολύ ιδιόρρυθμο, πολύ συμπαθητικό και πολύ επιβλητικό. Τέτοιος ήταν εκείνο τον καιρό ο Καβάφης».
Ο ίδιος ο Τίμος Μαλάνος, ο οποίος, βέβαια, γνώριζε καλά τον Καβάφη, παραθέτει στο βιβλίο του «Ο Καβάφης απαραμόρφωτος» την προσωπική του περιγραφή:
«Σε προσεκτικότερο κοίταγμα, μοιάζει με βυζαντινή μορφή. Είναι μελαχροινός με μια γυαλάδα λιπαρή στο πεσμένο του δέρμα και με πυκνά μαύρα μαλλιά, εξαιρετικώς μαύρα για την ηλικία του. Τα γυαλιά που φορά σε μια μύτη γρυπή τού προφυλάγουν ένα βλέμμα αδικαιολόγητα φοβισμένο, αλλά και χαρακτηριστικά χαμηλωμένο, ένα βλέμμα που αποφεύγει αινιγματικά τις ματιές των άλλων, ενώ, ταυτόχρονα, κοιτάζει με περιέργεια τους γύρω του. Τα μάτια του είναι μεγάλα και τα φρύδια του πυκνά και μαύρα. Στα μάτια του βρίσκεται ολόκληρος. Μέσα απ’ αυτά μαντεύει κανείς όλο τον άνθρωπο, όλο του το βίο, την πείρα του όλη. Αποφεύγουν ν’ αντικρίσουν τον απέναντί τους. κι όμως με τα λαθραία τους κοιτάγματα, μ’ εκείνες τις μισοματιές τους, ζυγίζουν υπολογίζουν και εννοούν.
Το σώμα του, μετρίου αναστήματος, ξερακιανό και κάποτε σαν κουρασμένο. Στο όλο του διακρίνει κανείς έναν ακοίμητο υπολογισμό, που του παραμορφώνει σταθερά κάθε του χειρονομία, κάθε του κίνηση, και που τον απομακρύνει από τη φυσικότητα, δημιουργώντας του έτσι μια τεχνική, θα έλεγα φυσικότητα. Γενικά, στους τρόπους του έχει κάτι το προσποιητικό, ένα δικό του τρόπο να φέρεται, μα περπατά, να χαιρετά, να δίδει το χέρι, κάτι από τη γοητεία του ηθοποιού, που επιδιώκει, μιλώντας ν’ αποσπάσει την προσοχή, να προκαλέσει το θαυμασμό.»
Ο μετέπειτα πολιτικός Φίλιππος Δραγούμης, που γνώρισε νεαρός τον Καβάφη στην Αλεξάνδρεια το 1916, τον περιγράφει στο ημερολόγιό του (21.5.1916) με τα ακόλουθα: «Γνώρισα μετά το τέλος της ομιλίας και έναν τύπο με πρασινοκίτρινο χρώμα, ξουρισμένο, με εβραίικο πρόσωπο και έντονα μαύρα μάτια. Ποτέ δε γελά ούτε χαμογελά. Η προφορά του είναι αγγλοχιώτικη. Είναι ο ποιητής Καβάφης.»
Ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από την Αίγυπτο μιλάει για την επίσκεψή του στον Καβάφη: «Ξεχωρίζω στα σκοτεινά, πάνου στο ντιβάνι, τη φυσιογνωμία του πότε όλο έκφραση μεφιστοφελική και ειρωνεία και τα ωραία μαύρα μάτια του ξάφνου αστράφτουν μόλις πέσει επάνω τους μια μικρή αχτίδα από το φως των κεριών…».
Ο Αλεξανδρινός ιστορικός Χριστόφορος Νομικός σχεδιάζει τον Καβάφη με τα ακόλουθα: «Μάλλον κοντός και μικροκαμωμένος, χωρίς επιτήδευση, μπορώ μάλιστα να πω και με κάποια ατημελησία, περιδιάβαζε αργά τους δρόμους και τα σοκάκια – τα χέρια συνήθως στις τσέπες, το καπέλλο ριγμένο πίσω». (βλ. Μανώλη Γιαλουράκη, Η Αίγυπτος των Ελλήνων, σ. 613)
Η ποιήτρια Μυρτιώτισσα, που γνώρισε τον Καβάφη το 1923 στην Αλεξάνδρεια, τον περιγράφει ως εξής στο σχετικό αφιέρωμα του περιοδικού «Νέα Τέχνη». «…Είναι αδύνατος, χλωμός, με μαλλιά γκρίζα και πυκνά, πολύ πυκνά. Μα εκείνο που σου κρατά την προσοχή σου όλη, είναι τα μάτια του, τα δύο παμμέγιστα, παράξενα, αινιγματικά του μάτια. Δύο τέτοια μάτια κανείς μας ποτέ δε θα τα ιδεί σ’ άλλον άνθρωπο, απλούστατα γιατί δεν είναι μάτια σημερινού ανθρώπου. Είναι μάτια που έρχονται από πολύ μακριά, από τα βάθη των αιώνων και κρατούνε μέσα τους το μυστικό μιας άλλης ζωής, άγνωστης σ’ εμάς. Η φωνή του, όσο την άκουγα, μου φαινόταν κι αυτή σα γωνιά και μιλούσε για τέχνη – σε μας ή στον εαυτό του; – έμοιαζε πλάσμα εξωτικό, που ζούσε σ’ άλλη από μας ατμόσφαιρα, που έπρεπε να τ’ ακούς και να το βλέπεις από μακριά και να μη παραξενευτείς καθόλου, αν άξαφνα το δεις να χαθεί ολότελα από μπροστά σου και να σωπάσει…».
Ο Γ. Δ. Κορομηλάς, ο οποίος όταν επισκέφθηκε το 1925 την Αλεξάνδρεια, δεν παρέλειψε να γνωρίσει τον Καβάφη, τον περιγράφει με τα εξής: «… Μέτριος το ανάστημα, απροσδιόριστος την ηλικία, αδύνατος, με τραβηγμένα τα χαρακτηριστικά, αλλά με ζωηρότατα και μεγαλώτατα μάτια πίσω από τα ματογυάλια, τ’ αεικίνητα οσάκις δεν βοηθούν το βλέμμα να καρφωθεί ως περόνη ατσάλινη. Όταν ομιλεί ο κορμός πηγαινοέρχεται εις μεγάλα σκαμπανεβάσματα, ενώ τα χέρια, ως αυτόματα, πότε σηκώνονται μαζί, πότε το ένα την ώραν που κατεβαίνει το άλλο και πάντοτε διά να τονίσουν το φθεγγόμενον δόγμα. όποτε ο Καβάφης δεν ομιλεί, δογματίζει. Ακόμη και όταν, υποχρεωτικότατος, συνιστά εις τον ξένον του: Τσίμπα μιαν εληάν…» (βλ. Κ. Π. Καβάφη, Επιστολές στον Μάριο Βαϊάνο, σελ. 129 κ.ε.).
Ο Μάριος Βαϊάνος πρωτογνώρισε τον Καβάφη τον Απρίλιο του 1932 στην Αθήνα, σε ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου «Κοσμοπολίτ» άρρωστον πια και σημαδεμένον από το θάνατο. Ο Μάριος Βαγιάνος που λάτρευε από μακριά τον Καβάφη, ήταν φυσικό να έχει στο πρωταντίκρισμά του ισχυρότατες εντυπώσεις: «… Στην πόρτα φάνηκε ο Γέρος – αληθινός γέρος. παρά την καλή εμφάνισή του σε ντύσιμο και κοκκεταρία, τα μαυρειδερά μαλλιά του με το προσεχτικό χτένισμά τους, το άψογο ξύρισμα, το τυλιγμένο γύρω στο λαιμό του μεταξωτό κασκώλ, που κατέληγε μπλαστρόν στο στήθος του. όμως στην ψυχρή θεατρική του εμφάνιση και στα μάτια του, που αμέσως εισχώρησαν διεισδυτικά, έντονα, σπαθιές στην ψυχή μου, συνήλθα, κρατήθηκα. Σε τούτο με βοήθησε και το σφίξιμο του χεριού του, που μου δόθηκε για το χαιρετισμό και το καλωσόρισμα…» (βλ. Κ.Π. Καβάφη, Επιστολές στον Βαγιάνο, σελ. 23 κ.ε.).
Τελευταία, στο αφιέρωμα για τον Καβάφη του περιοδικού «Διαβάζω» ήρθε σε φως μια μαρτυρία του Γ. Κατσίμπαλη όπου σε γράμμα του (16.10.1932) προς τον Γ. Σεφέρη σε τόνο ζωηρό και μάλλον ανίερο μιλάει για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του άρρωστου και εγχειρισμένου πια Καβάφη, που ο Κατσίμπαλης τον συνάντησε στην Αθήνα μέσα σε ένα λεωφορείο, όπου πήγαινε κάπου μαζί με τον Αλέκο Σεγκόπουλο και τη Ρίκα Σεγκοπούλου.
«…Και αμέσως έπειτα, δείχνοντάς μου ένα παραδοξότατο γερόντιο καθισμένο πλάι της, «Να σας συστήσω τον κύριο Καβάφη». Φαντάζεσαι το ξάφνιασμά μου! Σηκώθηκε, ενώ ξεκίναε το μπούσι, γρύλλισε κάτι που δεν κατάλαβα, μου έδωσε το χέρι και κάθησε απότομα με το ξεκίνημα. Η συνομιλία μας υπήρξε επίπονος και μαρτυρική. Επέμενε να γρυλλίζει διάφορα άναρθρα πράγματα. Τον έπιανε κάθε τόσο βήχας και ξεφύσαγε σα φυσητήρι μέσα από τη μετάλλινη σωλήνα του. (…) Τέλος μείναμε σύμφωνοι να πάω να τον ιδώ στο ξενοδοχείο όπου θα μεταφερόταν μετά τις εκλογές. Πήγα και καθήσαμε και κουβεντιάσαμε καμιά ώρα. Η θεραπεία του `χε κάνει μεγάλο καλό και μπορούσα χωρίς μεγάλο κόπο ν’ ακούω την ιδιόρρυθμη εκείνη φωνή του με την ελαφριά αγγλική προφορά. Η εντύπωσή μου; Δύο παμπόνηρα και σπάνιας διεισδυτικότητας μάτια, με μια γλυκύτητα στο κάτω μέρος του προσώπου, ολόγυρα στο στόμα και στο πηγούνι. Δεν μοιάζει καθόλου με ό,τι σκίτσο , φωτογραφία κ.τ.λ. έχεις δει ως σήμερα. Φυσιογνωμία από τις πιο ενδιαφέρουσες και εντυπωσιακές».
Πολύ ενδιαφέρουσα, αν και σίγουρα κάπως της υπερβολής, η πληροφορία του Γ. Κατσίμπαλη, ότι ο Καβάφης δεν μοιάζει «καθόλου» με τα σκίτσα και τις φωτογραφίες του. Θα ήθελε ίσως να πει, ότι διαφέρει πολύ. Νομίζω, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τον Καβάφη τον είχε αλλάξει η αρρώστια, που λίγους μήνες αργότερα τον οδήγησε στον τάφο.
Τη μορφή του Καβάφη εξακολουθούν να την ανακαλούν οι καλλιτέχνες και της παρούσης γενεάς. Και θα την ανακαλούν, σίγουρα, και οι της μελλούσης. Είναι η ποίησή του, η γοητεία της μορφής και των τρόπων του. Ένας πνευματικός, θα έλεγε κανείς, έρως. Ένα μυστήριο… Άλλωστε κι ο Καβάφης συχνά ανακαλούσε πολλές ερωτικές μορφές.

Τον μοιάζει βέβαια η μικρή αυτή
με το μολύβι απεικόνισίς του.
…………………………………………..
Μέχρι παθήσεως ήταν αισθητικός
…………………………….
Απ’ τον Καιρό. Είν’ όλ’ αυτά τα πράγματα πολύ παληά
το σκίτσο και το πλοίο, και το απόγευμα.

Η εικαστική αυτή προσπάθεια της Ασπασίας Παπαδοπεράκη με θέλγει. Είναι ένα συγκινητικό ανακάλημα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Χαρίλαος Τρουβάς

Ο Χαρίλαος Τρουβάς πάντα δυσκολεύεται να συστηθεί.