Βγήκανε τα πορίσματα παγανιά. Ευθύνες στους πυροσβέστες, ευθύνες στο Σύριζα, ευθύνες στον άνεμο, ευθύνες στο λιμενικό, ευθύνες σε κάποιους εμπρηστές, ευθύνες στα ίδια τα αυθαίρετα, ευθύνες στο θεό, ευθύνες στους άθεους, ευθύνες στο Σκάι, ευθύνες στο μνημόνιο, ευθύνες στη Λουπάκη, ευθύνες στα ωράρια αιμοδοσίας, ευθύνες στην μεταπολίτευση, ευθύνες στην πολεοδομία, ευθύνες στον Πολύδωρα, ευθύνες στους οικοπεδοφάγους, ευθύνες στην φωτιά, στο λαϊκισμό, στις ανεμογεννήτριες, στη ΔΕΗ, στα διόδια, στα καναντέρ, ένα απέραντο ευθυνοδικείο έχει στηθεί, σε μια προσπάθεια κατανόησης της τραγωδίας, από όσους δεν βίωσαν τη λαίλαπα να έρχεται και να τους σφίγγει το λαρύγγι. Γιατί όσοι την βίωσαν και βγήκαν ζωντανοί από το αλλόκοτο κοίταγμα με το θηρίο δε λεν ούτε μισή κουβέντα. Δεν έχω επιλογή. Και δίκιο να έχουν κάποιοι μόνο τους τελευταίους μπορώ να εμπιστευτώ. Και κυρίως γονατίζω μπρος στη σιωπή των νεκρών. Που δεν κατάφεραν να φτάσουν στην ακτή. Που φύγανε αγκαλιαστά. Και θέλω να τους θρηνήσω, όσο μου επιτρέπεται, με την φανέρωση της πορείας προς μιαν άλλην ακτή. Και θέλω να τους θρηνήσω, όσο μου αναλογεί, καταθέτοντας ένα αριστούργημα λόγου που γράφτηκε στην Ελλάδα 44 χρόνια πριν. Και θέλω να ελπίσω, δεν έχω άλλο τρόπο, πως όπου και να βρίσκονται θα σταθούνε λίγο για να ακούσουνε το υπέροχο δόξασμα της ζωής. Ώστε έπειτα να συνεχίσουν την πορεία τους, με μία επιπλέον ανάσα, προς την άλλη τους θάλασσα.

Γιατί είμαι πεπεισμένος πια: μόνο ο λυρισμός μπορεί να μας σώσει.

 

      «Το χωριό στο μέρος αυτό απέχει κανένα τέταρτο με τα πόδια και δε φαίνεται από το γιαλό. Αν προχωρήσει κανένας ως εκεί που τελειώνουν οι σκοτεινοί ελαιώνες, βρίσκεται στο φρύδι ενός γκρεμού που κατηφορίζει κατά τη θάλασσα. Το μέρος είναι βραχότοπος. Το μικρό μονοπάτι χαλάει το χειμώνα με τις μεγάλες βροχές που κατεβάζουν λασπόχωμα ή πηλά και οι κάτοικοι τού χωριού το ανοίγουν και πάλι κάθε καλοκαίρι σε ορισμένες μεριές για να μπορούν να περάσουν. Στο γιαλό κατεβαίνεις από τα δεξιά. Από τα αριστερά προχωράς ως ένα μικρό μποστάνι με ζαρζαβάτια, κολοκύθια, ντομάτες, φασολάκια, φυτεμένο σε δυο τρία πεζούλια του γκρεμού κλειστά από τη μεριά του πελάγου με καλαμιές, όπου αναβρυσάει λιγοστό νερό από τα πολυτρίχια του βράχου. Αγκαθερά αθάνατα βιγλίζουν από παντού ολόκληρη την περιοχή. Νωρίς την άνοιξη, αν τύχει να δοκιμάσεις το μονοπάτι για να πας στο γιαλό, όταν ακόμα δεν το έχει πατήσει ποδάρι ανθρώπου, θα σταματήσεις ξαφνικά μπροστά σε ένα καταπλακωμένο από χώματα γλιστερό πέρασμα θαμμένο μέσα σε μυριάδες αγριοχόρταρα και αγριολούλουδα, όπου πρέπει να μετράς το κάθε βήμα σου ή το πάτημα σου με μεγάλη δυσκολία και κίνδυνο. Σε ορισμένα μέρη σχεδόν μοναχά το κεφάλι σου απομένει έξω από τα αψηλά τα θάμνα και τα χορτάρια και προχωράς ολοένα σε ένα τόπο μυρίπνοο και μαγεμένο ανάμεσα στους αγριόδυοσμους, στα πεταλούδια και στα πρώτα χελιδόνια. Το τι γίνεται, ώσπου να πιάσεις την κατηφόρα και να φτάσεις χαμηλά, είναι άλλο πράμα. Ο γκρεμός ολάκερος μοιάζει με ένα άδυτο που ο άνθρωπος το καταπατάει και το παραβιάζει με την παρουσία του και τα πάντα εκεί γύρω – από τα θάμνα και τα αψηλά χορτάρια ίσαμε τα μυριόχρωμα ζουζούνια και τα έντομα ή τα πουλιά που πηγαινοέρχονται ασταμάτητα – λες και τα διαπερνάει μια ανατριχίλα πως κάποιος τα είδε σε ώρα που δεν πρέπει, πως κάποιος τα αιφνιδίασε (σαν κοράσι απάρθενο) τη στιγμή την απόκρυφη απάνω στο ξεγύμνωμά τους. Το μονοπάτι μεγαλώνει κατηφορίζοντας και προχωράει κανένας, σχεδόν ελεύθερος πια, ως κάτω στα τελευταία βράχια της ακρογιαλιάς.
     Εκεί ξαφνικά, δίχως να το περιμένεις, αθέατη από παντού, παράμερη και ανέλπιδη λίγα βήματα πρωτύτερα, κρύβεται στα δεξιά σου, καθώς σταματάς γυρισμένος κατά το πέλαγος, μια μικρή αμμουδιά, μια αχιβάδα καλύτερα αμμουδερή, μια σταλιά (την παρομοιάζω στις αναλογίες με το αρχαίο θεατράκι του Αμφιάραου, το κόσμημα αυτό που βρίσκεται χαμένο κοντά στον Ωρωπό), κυκλωμένη από ένα κοίλωμα του γκρεμού στο μέρος αυτό και από βράχια αψηλά που οι μύτες τους προβαίνουν μερικά μέτρα απάνω από τη θάλασσα όπως τα μπαστούνια των καραβιών. Εκεί σταματάει το κατέβασμα. Τίποτα δεν μπορεί να περιγράψει την άμμο αυτή, το κάθε σπυρί της. Πρέπει να την έχεις πατήσει και να σου έχει δοθεί η χάρη, νωρίς την άνοιξη ή αργά το φθινόπωρο, σαν αποτραβιέται ο κόσμος, να λουστείς στο γεράνιο νερό, το αχάρακτο που την κατοικεί και που την μουσκεύει, νύχτα μέρα, για να καταλάβει άκοπα το μέτρο μιας τέτοιας δωρεάς. Διαφορετικά και εσύ που αναγνώνεις και εγώ που τα γράφω αυτά ματαιοπονούμε παράλληλα. Η άμμο απλώνεται βαθιά μέσα στη θάλασσα και η τοποθεσία συμπληρώνεται από τη δεξιά μεριά με μια ξέρα και με μια λαξεμένη στο βράχο διπλή σπηλιά –σπέος γλαφυρόν. Εκείνο ακόμα που σε κάνει να μην μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από την μικρή αχιβάδα της αμμουδιάς είναι οι ακατανίκητες αναλογίες της (που είπαμε), το αποθησαυρισμένο φως της, και η γενική αντίθεση που παρουσιάζει με το σκουρογάλαζο μεγάλο βουνό του νησιού -χαμογέλασμα από τη μια μεριά και αγρίεμα από την άλλη- που απλώνει στο μέρος εκείνο από αψηλά τον όγκο του και τον ίσκιο του ως πέρα στις άκρες του ορίζοντα, και που οι ντόπιοι το ονομάζουν με την κυριολεξία του Μεγάλο Βουνό. Αν υποθέσομε πως ζητούσε κανένας εδώ να κάνει τη συμβατική μεταφορά και να περάσει με τη βοήθειά της από τη φύση στην τέχνη και από την τέχνη πίσω στη φύση, ένας μονάχα στίχος θα μπορούσε να συνοψίσει την αντιστοιχία των δύο κόσμων, του κόσμου της φύσης και του κόσμου της τέχνης στο σημείο αυτό, ο μαγικός στίχος του Gerald de Nerval: J’ai rêvé dans la grotte où nage la sirène»

Ζήσιμος Λορεντζάτος, «στου τιμονιού το αυλάκι», σελ. 62-63

φωτογραφία: Άρης Κωνσταντινιδης – Reuters

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής των εκδόσεων Υποκείμενο. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.