Τα φετινά όσκαρ έχουν να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα. Αυτό ακριβώς που είχαν να αντιμετωπίσουν και τα προηγούμενα, και τα προπροηγούμενα: Αρκετές οι καλές ταινίες αλλά καμία δεν αγγίζει το αριστούργημα ώστε να δικαιώνει τον τίτλο του όσκαρ. Κι όταν λέω αριστούργημα εννοώ να προσφέρει στον θεατή μία νέα θέαση των πραγμάτων, να τρυπάει με βελόνα τον κοινό νου, να προτείνει μια σκηνοθετική καινοτομία.

Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι ξεκίνησαν με ένα έξυπνο σενάριο, σχεδόν ρηξικέλευθο αν αναλογιστείς την καπιταλιστική εκτροπή που επιτυγχάνει αντιστρέφοντας τον κόσμο του μάρκετινγκ, που όμως χάνει στη συνέχεια τη δυναμική του, ξεχειλώνει θεαματικά, καθώς συμβαίνουν όλα αυτά που υποπτευόσουν πως θα συμβούν και δέκα λεπτά πριν το τέλος παρακαλάς να τελειώσει. Οι ερμηνείες του ήταν στιβαρές, πειστικές ως προς τη δυναμική τους αλλά όχι και ως προς την εσωτερικότητά τους. Για παράδειγμα η μητέρα ζητώντας εκδίκηση για τον χαμό της κόρης της ξέχασε κάπως τον θρήνο της. Καλή ταινία, ίσως η καλύτερη φετινή, μα χωρίς να κουβαλά στις πλάτες της την ένταση της διαχρονικότητας.

Κάτι αντίστοιχο με τη Δουνκέρκη αλλά κυρίως με το Τρέξε! που ήταν μια αρρωστημένα εύπεπτη ταινία αν και απολύτως απολαυστική για μια εμπειρία ξένοιαστη και ρεφορμιστική, που προσωπικά επιζητώ τακτικά για να με αποφορτίζει όταν έχω μπουχτίσει από λογιών λογιών προβληματισμούς και απαισιοδοξίες της ημέρας.

Όσο για το Call me by your name, το πιο ρομαντικό απ’ όλα, με ένα έντονο βισκοντικό αεράκι μα και ένα ινσταγκραμικό στυλιζάρισμα που θα ζήλευαν αρκετοί, προσέφερε μια συγκίνηση άγριων δακρύων και μια στιγμιαία νοσταλγία για τον χαμένο μας χρόνο. Έκλαψες και έκλαψα. Ε και; Παραμυθένια ομορφιά και άφταστη και αγραντζούνιστη και τίποτ’ άλλο. Ακόμα και η στιγμή της ερωτικής πτώσης του 17χρονου ήταν εξιδανικευμένη κι ελεγχόμενη, απόλυτα επιθυμητή. Κυρίως μεγαλοαστική. Σινεμά ωραίο μωρέ μα που χρειαζότανε περισσότερο σιωπή για να μπορέσει να ακουστεί ως τον δολοφόνο του Παζολίνι.

16 χρόνια έχουν περάσει από το The Hours κι ακόμα δεν έχει φανερωθεί ένα εφάμιλλο αριστούργημα που να γεννάει έναν χείμαρρο και να σε παρασέρνει. Μήπως η κουλτούρα των σειρών έχει εκμαυλίσει τον τρόπο παραγωγής του καθαρού αμερικάνικου σινεμά; Μήπως τα συνεχόμενα σκάνδαλα του Holywood που βγαίνουν στην επιφάνεια σωρηδόν είναι δείγμα της καλλιτεχνικής παρακμής των τελευταίων ετών; Πάντως τα φετινά όσκαρ μοιάζουν άνευ λόγου και αιτίας. Όπως και τα προηγούμενα. Και τα προπροηγούμενα. Εδώ που τα λέμε, ο λόγος ύπαρξής τους ποτέ δεν ξέφευγε από ένα απαραίτητο εμπορικό πλαίσιο που φέρνει έσοδα, που ικανοποιεί τη βραβειολαγνεία του πλήθους, που συντηρεί την αίγλη ενός star system, του οποίου η εκκεντρικότητα το διασώζει από την αφάνεια.

Σε κάθε περίπτωση θα κάνω και εγώ τη βράβευσή μου για να μην φανώ μίζερος από το δεύτερο, κιόλας, κείμενό μου στο 1-2. Κι όχι δεν θα ασχοληθώ με την τολμηρά αδιάφορη Αόρατη Κλωστή. Από το σύνολο της φετινής παραγωγής, αν ήταν στο χέρι μου, θα βράβευα ολόψυχα τα δύο ελάφια μέσα στο χιονισμένο δάσος στην έναρξη του Η Ψυχή και το Σώμα, θα απομόνωνα τη στιγμή που το αρσενικό πλησιάζει και ακουμπάει το λαιμό του πάνω στην πλάτη του θηλυκού παρακαλώντας για αγάπη και συγχώρεση εν μέσω τέτοιου ψύχους. Θα μοίραζα όμως το βραβείο μου με εκείνο το βλέμμα της αγελάδας, πάλι από την ίδια ταινία, καθώς ατενίζει το φεγγάρι ανάμεσα από τις σιδεριές του φράχτη, λίγο πριν οδηγηθεί στο σφαγείο. Αυτές οι δύο σκηνοθετικές στιγμές, τρομακτικά δισυπόστατες, αφού από τη μια λειτουργούν μέσα σου αλληγορικά ενώ ταυτόχρονα είναι απολύτως ρεαλιστικές, μου επέφεραν την υπόνοια ενός σκιρτήματος από το άγραφο ακόμη άκουσμα ένα μελλοντικού «Πιστεύω εις ένα συναίσθημα αγάπης».

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προκόπης Τσιφόρος
ΤΕΙ Πειραιά. Νυν φαντάρος. Δεν ακούω Radiohead.